Το πολιτικό σκηνικό στην Ιταλία θυμίζει ξανά την εποχή του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, καθώς το διαβόητο σκάνδαλο «bunga bunga» επιστρέφει από το παρελθόν, προκαλώντας ισχυρούς τριγμούς στην κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι. Στο επίκεντρο της θύελλας βρίσκεται η Νικόλ Μινέτι, η άλλοτε στενή συνεργάτιδα του εκλιπόντος πρωθυπουργού, η οποία έλαβε μια αμφιλεγόμενη προεδρική χάρη.
Η Μινέτι, πρώην οδοντίατρος και περιφερειακή σύμβουλος, είχε καταδικαστεί για τη στρατολόγηση γυναικών μεταξύ των οποίων και η ανήλικη «Ρούμπι» για τα σεξουαλικά πάρτι του Μπερλουσκόνι. Παρότι ζούσε τα τελευταία χρόνια στην Ουρουγουάη, υπέβαλε αίτημα χάρης για «ανθρωπιστικούς λόγους», ισχυριζόμενη πως ο θετός της γιος χρειαζόταν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα.
Η έγκριση της χάρης τον περασμένο Φεβρουάριο από τον Πρόεδρο Σέρτζιο Ματαρέλα, κατόπιν εισήγησης του υπουργείου Δικαιοσύνης, έχει μετατραπεί σε θεσμικό θρίλερ. Δημοσιογραφικές έρευνες (Il Fatto Quotidiano) αμφισβητούν την ακρίβεια των στοιχείων του φακέλου της, προκαλώντας την παρέμβαση της Ιντερπόλ και του προεδρικού γραφείου που ζητά επείγουσες διευκρινίσεις.
Η αντιπολίτευση, με επικεφαλής το Κίνημα Πέντε Αστέρων και την Αριστερή Συμμαχία, ζητά επίμονα την παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης, Κάρλο Νόρντιο. Κατηγορούν την κυβέρνηση για ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο, υποστηρίζοντας ότι οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν διάτρητες.
Από την πλευρά της, η Τζόρτζια Μελόνι στηρίζει δημόσια τον υπουργό της, φοβούμενη πως μια αποπομπή θα αποτελούσε παραδοχή αποτυχίας. Το υπουργείο Δικαιοσύνης βρίσκεται ήδη σε δεινή θέση λόγω της απόρριψης της δικαστικής μεταρρύθμισης από τους ψηφοφόρους τον περασμένο Μάρτιο, της παραίτησης του υφυπουργού Αντρέα Ντελμάστρο για σχέσεις με τη μαφία και της διεθνούς κατακραυγής για την απελευθέρωση Λίβυου στρατηγού που καταζητούνταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η υπόθεση Μινέτι υπονομεύει το αφήγημα περί «σταθερότητας και πειθαρχίας» που προσπαθεί να καλλιεργήσει η Μελόνι. Όπως σημειώνουν ειδικοί, η κληρονομιά του Μπερλουσκόνι συνεχίζει να «στοιχειώνει» τη δεξιά συμμαχία, απειλώντας το πολιτικό της κεφάλαιο ενόψει των εκλογών του επόμενου έτους.

