Τίτλοι τέλους γράφονται για τον ιστορικό ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, καθώς η 15η Μαΐου 2026 σηματοδοτεί την παύση λειτουργίας των μονάδων του. Η εξέλιξη αυτή, που εντάσσεται στο πλαίσιο της επιταχυνόμενης απολιγνιτοποίησης, φέρνει στο προσκήνιο σοβαρά ερωτήματα για τη στρατηγική της κυβέρνησης, η οποία επέλεξε το κλείσιμο των εγχώριων μονάδων παραγωγής με ρυθμούς ταχύτερους από χώρες με πολύ ισχυρότερη οικονομική βάση.
Ψυχρή εφεδρεία και ενεργειακή αβεβαιότητα
Παρά την οριστική παύση της κανονικής λειτουργίας, οι μονάδες δεν θα αποξηλωθούν άμεσα. Μετά από αίτημα του ΑΔΜΗΕ, ο σταθμός θα παραμείνει σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας έως τον Μάρτιο του 2027. Η κίνηση αυτή μαρτυρά την αγωνία για την ευστάθεια του συστήματος και την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας, την ώρα που η «βίαιη» απεξάρτηση από τον λιγνίτη προχωρά χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εναλλακτικές υποδομές.
Ο επικεφαλής της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, επιβεβαίωσε πως ο σχεδιασμός για πλήρη τερματισμό της λιγνιτικής δραστηριότητας έως το τέλος του έτους παραμένει αμετάβλητος, παρά τις προειδοποιήσεις των ειδικών για την ανάγκη ομαλότερης μετάβασης.
Στον «αέρα» εργαζόμενοι και τηλεθέρμανση
Η απόφαση αυτή προκαλεί τριγμούς στη Δυτική Μακεδονία, καθώς ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου αποτελούσε τον οικονομικό πνεύμονα της περιοχής για πάνω από τέσσερις δεκαετίες.
Εργασιακό μέλλον: Το συνδικάτο «Σπάρτακος» και τα εργατικά κέντρα Κοζάνης και Πτολεμαΐδας εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους για τις χιλιάδες θέσεις εργασίας. Κατηγορούν την πολιτική ηγεσία για έλλειψη σαφούς σχεδίου μετάβασης και καθυστέρηση νέων επενδύσεων που θα απορροφούσαν το εργατικό δυναμικό.
Το πρόβλημα της θέρμανσης: Η Κοζάνη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πρόκληση, καθώς η τηλεθέρμανση της πόλης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σταθμό. Παρά τις υποσχέσεις για λύσεις μέσω φυσικού αερίου και ΑΠΕ, οι τοπικοί φορείς καταγγέλλουν την απουσία εγγυήσεων και συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων για την απρόσκοπτη θέρμανση των νοικοκυριών.
Η ιστορική διαδρομή μιας «ναυαρχίδας»
Ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου ξεκίνησε την πορεία του το 1984 και σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν γίγαντα ισχύος άνω των 1.500 MW. Για χρόνια κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της χώρας, προσφέροντας ενεργειακή ανεξαρτησία βασισμένη σε εγχώριο καύσιμο. Σήμερα, το κλείσιμο αυτού του σταθμού συμβολίζει όχι μόνο το τέλος μιας εποχής, αλλά και μια στροφή που, σύμφωνα με τους επικριτές, έγινε με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και την οικονομική σταθερότητα μιας ολόκληρης περιφέρειας.

