Νέο χτύπημα στην τσέπη των καταναλωτών – ΕΛΣΤΑΤ και FAO προειδοποιούν για νέες ανατιμήσεις στα βασικά τρόφιμα
Νέα προειδοποιητικά σημάδια για συνέχιση της ακρίβειας στα τρόφιμα εκπέμπουν τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αποτυπώνοντας μια αλυσίδα ανατιμήσεων που ξεκινά πολύ πριν τα προϊόντα φτάσουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Οι πιέσεις πλέον μεταφέρονται απευθείας από το χωράφι και το κόστος παραγωγής, ενισχύοντας τους φόβους ότι τα ελληνικά νοικοκυριά θα συνεχίσουν να βρίσκονται αντιμέτωπα με υψηλές τιμές σε βασικά είδη διατροφής και τους επόμενους μήνες.
Παρά τη σχετική επιβράδυνση που εμφανίζει κατά περιόδους ο γενικός πληθωρισμός, οι ανατιμήσεις στον πρωτογενή τομέα εξακολουθούν να τροφοδοτούν ένα ισχυρό κύμα κόστους σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής τροφίμων. Οι διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, η ενεργειακή αβεβαιότητα, η αύξηση στα λιπάσματα και οι επιβαρύνσεις στις μεταφορές δημιουργούν ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης για παραγωγούς, μεταποιητές και τελικά καταναλωτές.
Τι δείχνυον τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο γενικός δείκτης τιμών εκροών στη γεωργία και την κτηνοτροφία -δηλαδή οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί για τα προϊόντα τους χωρίς να υπολογίζονται οι επιδοτήσεις- αυξήθηκε τον Μάρτιο κατά 8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρσι.
Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στη φυτική παραγωγή, όπου οι τιμές σημείωσαν άνοδο 9,2%, με τα λαχανικά και τα κηπευτικά να αποτελούν βασικό μοχλό των αυξήσεων. Αντίστοιχα, στη ζωική παραγωγή οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 5,4%, γεγονός που προμηνύει περαιτέρω πιέσεις και σε κατηγορίες όπως το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Την ίδια ώρα, αυξάνεται και το κόστος που καλούνται να πληρώσουν οι ίδιοι οι παραγωγοί για να διατηρήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα. Ο δείκτης τιμών εισροών -δηλαδή το κόστος για καύσιμα, λιπάσματα, ζωοτροφές, μεταφορές και λοιπά παραγωγικά μέσα- αυξήθηκε κατά 4,5% σε ετήσια βάση.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση εντοπίζεται στα αναλώσιμα μέσα παραγωγής, τα οποία σημείωσαν αύξηση 5,6%, ενώ μικρότερη ήταν η άνοδος στον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που κινήθηκε στο 1,2%.
Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται πλέον άμεσα με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις αναταράξεις που προκαλεί στις διεθνείς αγορές ενέργειας και πρώτων υλών. Η σύγκρουση επηρεάζει ολόκληρη την αγροτική αλυσίδα, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά στα λιπάσματα, στις μεταφορές, στην επεξεργασία και τελικά στην τελική τιμή των τροφίμων.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι μέσα στο 2026 οι τιμές ενέργειας θα αυξηθούν κατά 24%, ενώ τα λιπάσματα αναμένεται να σημειώσουν άνοδο 31%. Ειδικά η ουρία, που αποτελεί βασικό συστατικό για την αγροτική παραγωγή, εκτιμάται ότι μπορεί να καταγράψει ακόμη και αύξηση 60%, λόγω των διεθνών αναταράξεων στις αγορές εμπορευμάτων.
Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές και άνθρωποι της αγοράς, δεν περιορίζεται μόνο στο πετρέλαιο ή στο φυσικό αέριο. Η άνοδος του κόστους περνά πλέον σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας: από το χωράφι και τη σπορά μέχρι τη μεταποίηση, τη συσκευασία, τις μεταφορές και τη διανομή.
Τρίτη συνεχόμενη μηνιαία αύξηση στον παγκόσμιο δείκτη τιμών τροφίμων
Την επιβαρυμένη εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο οποίος κατέγραψε τον Απρίλιο τρίτη συνεχόμενη μηνιαία αύξηση στον παγκόσμιο δείκτη τιμών τροφίμων. Συγκεκριμένα, ο δείκτης αυξήθηκε κατά 1,6% σε σχέση με τον Μάρτιο, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να καταγράφονται στα φυτικά έλαια, το κρέας και τα δημητριακά.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τους φόβους ότι από το φθινόπωρο και μετά ενδέχεται να υπάρξει νέο κύμα ανατιμήσεων σε βασικά είδη διατροφής, την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν ήδη να πιέζονται από το υψηλό κόστος ζωής.
Παράλληλα, παραγωγοί και φορείς της αγοράς προειδοποιούν ότι η συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ενδέχεται να οδηγήσει αρκετούς αγρότες σε περιορισμό παραγωγής ή σε μείωση χρήσης λιπασμάτων και άλλων εισροών, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει ακόμη περισσότερο την επάρκεια και τις τελικές τιμές στην αγορά.

