Η παρέμβαση του Ιταλού αρχαιολόγου Μάριο Τραμπούκο ντελα Τορέτα στη βρετανική The Telegraph αποτελεί ένα μνημείο αποικιοκρατικής νοσταλγίας και νομικίστικης σοφιστείας. Προσπαθώντας να εμφανιστεί ως «θύμα ακύρωσης» (cancel culture) επειδή στηρίζει την παραμονή των Γλυκτών του Παρθενώνα στο Λονδίνο, ο Ιταλός μελετητής υποπίπτει σε σοβαρά λάθη. Προκειμένου να στηρίξει το σαθρό επιχείρημα της «νόμιμης ιδιοκτησίας» του Βρετανικού Μουσείου, επιλέγει να εξαγνίσει τη βαρβαρότητα του Λόρδου Έλγιν χρησιμοποιώντας ως άλλοθι τα φιρμάνια ενός κατακτητή (της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ενώ φτάνει στο σημείο να υποβαθμίσει την παγκόσμια πολιτισμική και δημοκρατική αξία του Παρθενώνα, χαρακτηρίζοντάς τον «τοπικό οικοδόμημα» και «εθνικιστικό μύθο». Η επιστημονική του ιδιότητα χρησιμοποιείται εργαλειακά, για την προάσπιση μιας αναχρονιστικής, αποικιοκρατικής αντίληψης για τον πολιτισμό.
Η επιχειρηματολογία του:
«Ως κλασικός αρχαιολόγος, έχω αφιερώσει τη ζωή μου στη μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και έζησα στην Αθήνα για τέσσερα χρόνια. Ωστόσο, στα μάτια των Ελλήνων εθνικιστών θεωρούμαι ένοχος επειδή δεν πιστεύω ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να επιστρέψουν, με αποτέλεσμα να έχω υποστεί “ακύρωση”.
Όλα ξεκίνησαν το 2021, όταν το αρχαιολογικό μουσείο του Παλέρμο στη Σικελία παρέκαμψε το ιταλικό νομικό πλαίσιο προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και έστειλε μόνιμα στην Αθήνα ένα τμήμα της ζωφόρου, βαφτίζοντάς το “κατάθεση”. Αντιτάχθηκα σε αυτό, υποστηρίζοντας ότι η ιστορία που έφερε το κομμάτι στη Σικελία πριν 200 χρόνια είναι εξίσου σημαντική με την ιστορία του Παρθενώνα. Έκτοτε, κάνω εκστρατεία κατά της ελληνικής διεκδίκησης και της συναισθηματικής λογικής του επαναπατρισμού για αντικείμενα που αποκτήθηκαν νόμιμα.
Η ελληνική θεωρία περί “κλοπής” από τον Λόρδο Έλγιν είναι παράλογη. Είναι αδύνατον ένας Βρετανός αριστοκράτης να μπήκε σε μια στρατιωτική εγκατάσταση, όπως η Ακρόπολη το 1801, με εκατοντάδες εργάτες και να μετέφερε αρχαιότητες για μήνες υπό το βλέμμα της οθωμανικής φρουράς χωρίς άδεια. Διαθέτουμε μεταφρασμένο αντίγραφο της άδειάς του, καθώς και μαρτυρίες της εποχής, όπως του Λόρδου Βύρωνα, τις οποίες οι Έλληνες αρνούνται. Το ζήτημα μετατράπηκε από θέμα πολιτιστικής διπλωματίας σε εθνική σταυροφορία το 1981, λόγω της χειραγώγησης των ΜΜΕ από τη Μελίνα Μερκούρη.
Ανεξάρτητα από τη συναισθηματική ρητορική, τα Γλυπτά ανήκουν νομικά στο Βρετανικό Μουσείο. Ήταν τμήματα ενός ετοιμόρροπου κτιρίου σε στρατιωτική ζώνη, υπό την αρμοδιότητα του Μεγάλου Βεζίρη. Η Αθήνα τότε ήταν μια απλή επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Άγκυρα ή το Χαλέπι, και οι Οθωμανοί είχαν κάθε δικαίωμα να δώσουν στον Έλγιν αυτό που ζήτησε για δικούς τους πολιτικούς λόγους.
Ο τρόπος που βλέπουμε σήμερα τον Παρθενώνα είναι ένα ρομαντικό κατασκεύασμα και ένας μύθος που γεννήθηκε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες χάρη στην απομάκρυνση των Γλυκτών στο Λονδίνο. Ο Παρθενώνας ήταν ένα τοπικό οικοδόμημα –πιθανότατα ούτε καν ναός– που χτίστηκε με χρήματα που αφαιρέθηκαν βίαια από τους συμμάχους της Αθήνας. Το να παρουσιάζεται ως σύμβολο δημοκρατίας είναι ιστορικά άστοχο· μια σύγχρονη αναλογία θα ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ να χρησιμοποιεί τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ για να χτίσει μια αίθουσα χορού στον Λευκό Οίκο.
Το συμβολικό του βάρος αποτελεί εθνικιστική κατασκευή Γερμανών μελετητών του 1833. Σήμερα, το Μουσείο της Ακρόπολης, παρά τον παγκόσμιας κλάσης εξοπλισμό του, “ταΐζει” τους επισκέπτες με ιδεολογική προπαγάνδα και παραπλανητικές αφηγήσεις κατά της Βρετανίας. Δεν μπορώ να ανεχθώ τα επιστημονικά ιδρύματα να μοιράζουν πολιτικά φυλλάδια αντί για ιστορικά δεδομένα, και γι’ αυτό θα συνεχίσω να μιλώ».
Η προσπάθεια του Τραμπούκο να υποβαθμίσει τον Παρθενώνα και να εξισώσει την Αθήνα της κλασικής αρχαιότητας με μια τυχαία οθωμανική επαρχία αποδεικνύει την επιστημονική του μεροληψία. Το επιχείρημά του περί «νόμιμης οθωμανικής άδειας» καταρρίπτεται από την ίδια την ιστορία, καθώς το περίφημο «φιρμάνι» του Έλγιν αποδείχθηκε μια απλή φιλική επιστολή (σερμπέτι) ενός τοπικού αξιωματούχου που επέτρεπε τη μελέτη και όχι τον ακρωτηριασμό του μνημείου με πριόνια. Το γεγονός ότι το Βρετανικό Μουσείο χρειάστηκε μεταγενέστερα να εξαγοράσει τα Γλυπτά από τον χρεοκοπημένο Έλγιν δεν καθιστά την πράξη ηθική ούτε νόμιμη, αφού κανένας κατακτητής δεν έχει το δικαίωμα να εκποιεί την πολιτιστική κληρονομιά ενός υπόδουλου έθνους. Η οικουμενική ανάγκη για την επανένωση του μνημείου δεν είναι «εθνικιστική προπαγάνδα της Μερκούρη», αλλά διεθνές αίτημα για την αποκατάσταση της ακεραιότητας ενός συμβόλου του παγκόσμιου πολιτισμού, το οποίο ο Ιταλός αρχαιολόγος αδυνατεί ή αρνείται εμμονικά να κατανοήσει.
