Σπανίως εορτάζω τα γενέθλιά μου. Είμαι της «γραμμής Ελένης Βλάχου», η οποία μου έλεγε ότι οι Ελληνες είμεθα ευφυείς επειδή έχουμε ονομαστική εορτή και θέτουμε σε δεύτερη μοίρα τα γενέθλια. Ετσι, κι εκείνο το πρωινό της 28ης Μαΐου του 1997 κατέβηκα, όπως κάθε πρωί, στο λιμάνι.
Πέρασα από το γραφείο του Ανδρέα Ποταμιάνου, που μου είχε τηλεφωνήσει πρωί πρωί για να μου ευχηθεί, ήπιαμε -κλασικά- χυμό πορτοκάλι, χάζεψα τα βαπόρια της Ηπειρωτικής που βρίσκονταν στου Ξαβέριου (σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα) και έπειτα ανέβηκα στον πρώτο όροφο στη γωνία Μιαούλη και Κρεββατά, στο γραφείο του Βασίλη Σαραντίτη, για καφέ και κουβέντα, σε ένα από τα μεγαλύτερα ναυτιλιακά δικηγορικά γραφεία του κόσμου, που έφτιαξε, διηύθυνε και κέρδιζε εκατομμύρια ο πρώην υπουργός Ναυτιλίας…
Στο κινητό μου, που το γνώριζαν τότε λίγοι, μου τηλεφώνησαν κάποιοι φίλοι κι ανάμεσά τους ο Κωστής Περατικός, με τον οποίο μας συνέδεε αμοιβαία εκτίμηση, κυρίως λόγω της αγάπης στη μουσική και την κιθάρα… Πέρασα από την παλιά μου γειτονιά, στο Χατζηκυριάκειο, είπα καλημέρα σε κάποιους φίλους και καθώς είχε πάει πια μεσημέρι, πήρα τον δρόμο για τα δικαστήρια, να δω μήπως υπάρχει κάτι…
Ξαφνικά, περιπολικά, μοτοσικλέτες, σειρήνες, αναταραχή, τροχονόμοι που διέκοπταν την κυκλοφορία. «Τι τρέχει;» ρωτώ έναν αστυνομικό, στη γωνία Μιαούλη και Χαρ. Τρικούπη. «Κάποιον σκότωσαν» μου λέει… Εστριψα τη Φίλωνος, δείχνοντας την ταυτότητα του δημοσιογράφου, αλλά οι αστυνομικοί με παρακάλεσαν να περιμένω. Ρώτησα πάλι «τι έγινε;» «Η 17 Νοέμβρη σκότωσε τον Περατικό!»…
Είναι από τις στιγμές που η οργή γίνεται ναυτία, που σε κάνει να θες κάπου να ακουμπήσεις, που χτυπάνε τα μηνίγγια σου και θες κάτι να πιω, ρε παιδιά…Το πάρκινγκ έχει αποκλειστεί με εκείνες τις κόκκινες – άσπρες κορδέλες που γράφουν (χωρίς να το γράφουν) «θάνατος». Γύρω όλοι έχουν παγώσει. «Ρε, φάγανε το παιδί μέρα μεσημέρι» λέει ο παρκαδόρος. Σε λίγο έρχονται στελέχη από τις γύρω ναυτιλιακές. Τηλεφωνώ στην εφημερίδα. Ο Κωστής έχει τελειώσει…
Στη δίκη της 17Ν η οικογένεια με πρότεινε ως μάρτυρα κατηγορίας. Εκεί ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τους δολοφόνους, «συνομίλησα» μαζί τους. Οργίστηκα με τις ερωτήσεις των συνηγόρων (έκαναν αξιοπρεπέστατα τη δουλειά τους), που προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι ο Κωστής ήταν εχθρός του λαού και ότι ο φόνος είχε ταξικό κίνητρο.
Είδα εκείνα τα άδεια βλέμματα των αρχηγών και των εκτελεστών και δεν τα ξεχνώ ποτέ. Τα ξαναείδα στη Μarfin και σε άλλες εκδηλώσεις. Μάτια γεμάτα μίσος, έτοιμα ακόμα και να σκοτώσουν, αρκεί να τους πείσει ο ινστρούχτορας ότι είσαι εγκληματίας. Αλλά το μόνο έγκλημα του Κωστή ήταν ότι δεν πρόλαβε να τελειοποιηθεί στην κιθάρα!
Η ΑΚΙΣ
