Μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση παρουσιάζεται ως τομή, όμως οι δήμοι ζητούν το αυτονόητο: αρμοδιότητες μαζί με την απαραίτητη χρηματοδότηση
Oνέος Κώδικας Δήμων που εισάγεται στη Βουλή παρουσιάζεται ως μια μεγάλη μεταρρυθμιστική παρέμβαση, ικανή να αλλάξει τη λειτουργία της Αυτοδιοίκησης και να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις επόμενες δεκαετίες.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «μεγάλης αλλαγής» αναδεικνύεται μια διαφορετική πραγματικότητα, ένα εκτεταμένο νομοθετικό συμμάζεμα διάσπαρτων διατάξεων που αφορούν τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς την αντίστοιχη οικονομική ενίσχυση που απαιτείται για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Η συγκέντρωση και η κωδικοποίηση των κανόνων ασφαλώς μπορεί να βελτιώσει την καθημερινότητα των δήμων, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να δημιουργήσει ένα πιο καθαρό θεσμικό πλαίσιο.
Ομως η Αυτοδιοίκηση δεν κρίνεται μόνο από τους νόμους που τη ρυθμίζουν, αλλά κυρίως από τα μέσα που διαθέτει για να υπηρετήσει τους πολίτες. Τα τελευταία χρόνια οι δήμοι έχουν αναλάβει ολοένα και περισσότερες αρμοδιότητες, πολλές από τις οποίες μεταφέρθηκαν από το κεντρικό κράτος χωρίς τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων.
Από την κοινωνική πολιτική και την πολιτική προστασία έως την καθημερινή διαχείριση κρίσιμων υπηρεσιών, η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να ανταποκριθεί σε αυξημένες απαιτήσεις με περιορισμένα οικονομικά εργαλεία. Το μεγάλο ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο ένας νέος Κώδικας, αλλά μια νέα συμφωνία κράτους και δήμων.
Κάθε αρμοδιότητα που μεταφέρεται στην Αυτοδιοίκηση πρέπει να συνοδεύεται από σταθερή και επαρκή χρηματοδότηση. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να μείνει μια διοικητική αναδιάταξη, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα στην κοινωνία. Η Αυτοδιοίκηση χρειάζεται λιγότερες διακηρύξεις και περισσότερα εργαλεία. Γιατί οι δήμοι δεν μπορούν να υλοποιούν μεγάλες αποστολές με μικρούς πόρους.
