Μία σπάνια αλλά τραγική υπόθεση που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της λύσσας δημοσιοποίησαν Καναδοί γιατροί, μετά τον θάνατο ενός 11χρονου αγοριού στο Οντάριο. Το παιδί μολύνθηκε από νυχτερίδα που ακούμπησε το πρόσωπό του ενώ κοιμόταν, χωρίς να φέρει εμφανή σημάδια από δάγκωμα ή γρατζουνιά, γεγονός που οδήγησε την οικογένειά του να υποτιμήσει τον κίνδυνο.
Σύμφωνα με την ιατρική αναφορά, το περιστατικό συνέβη όταν το άγριο θηλαστικό εισήλθε στο σπίτι της οικογένειας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο 11χρονος ξύπνησε αισθανόμενος τη νυχτερίδα στο στόμα και στη μύτη του, όμως καθώς δεν υπήρχαν ορατές πληγές ή αμυχές, οι γονείς του δεν υποψιάστηκαν ότι θα μπορούσε να έχει εκτεθεί στον ιό της λύσσας.
Ο πατέρας του παιδιού απομάκρυνε απλώς τη νυχτερίδα, παγιδεύοντάς την με μία κατσαρόλα και απελευθερώνοντάς την έξω από το σπίτι.
Τα συμπτώματα εμφανίστηκαν σχεδόν τρεις εβδομάδες αργότερα
Περίπου 20 ημέρες μετά το περιστατικό, ο 11χρονος άρχισε να παρουσιάζει εμετούς, μουδιάσματα και αίσθημα τσιμπήματος στο πρόσωπο. Πολύ γρήγορα η κατάστασή του επιδεινώθηκε, με αδυναμία στους μύες του προσώπου και διαταραχές στην ομιλία.
Αρχικά οι γιατροί θεώρησαν ότι επρόκειτο για νευρολογικό πρόβλημα, όπως η παράλυση Bell. Ωστόσο, όταν εμφάνισε υψηλό πυρετό άνω των 39 βαθμών Κελσίου, δυσκολία στην κατάποση, σύγχυση και έντονη σιελόρροια, άρχισαν να εξετάζουν διαφορετικά ενδεχόμενα.
Οι γιατροί προχώρησαν άμεσα σε διασωλήνωση για την προστασία της αναπνευστικής λειτουργίας του και τον μετέφεραν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ζητώντας τη συνδρομή λοιμωξιολόγων.
Οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν τελικά ότι είχε προσβληθεί από λύσσα. Επειδή η νόσος είχε ήδη εκδηλώσει συμπτώματα, δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα θεραπευτικής αντιμετώπισης και η ιατρική ομάδα περιορίστηκε στην παροχή υποστηρικτικής φροντίδας.
Πέντε ημέρες μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, ο 11χρονος είχε πλέον χάσει όλα τα νευρολογικά αντανακλαστικά, ενώ τη 17η ημέρα νοσηλείας οι γονείς του συναίνεσαν στη διακοπή της μηχανικής υποστήριξης. Το παιδί κατέληξε έχοντας δίπλα του την οικογένειά του.
Οι γονείς θέλησαν να δημοσιοποιηθεί η υπόθεση
Η περίπτωση δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Canadian Medical Association Journal, με τη συναίνεση της οικογένειας, προκειμένου να αυξηθεί η ενημέρωση του κοινού για τους κινδύνους της λύσσας.
Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, πρόκειται για το πρώτο εγχώριο κρούσμα λύσσας στο Οντάριο από το 1967. Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι κατά τους θερινούς μήνες αυξάνονται οι επαφές ανθρώπων με νυχτερίδες, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επαγρύπνηση.
Ο επιβλέπων της ιατρικής ομάδας, επίκουρος καθηγητής Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο McMaster, Dr. Brian Hummel, υπογράμμισε τη σημασία της άμεσης ιατρικής αξιολόγησης μετά από κάθε επαφή με νυχτερίδα.
«Κάθε άμεση επαφή ανθρώπου με νυχτερίδα, ακόμα κι αν δεν υπάρξει η παραμικρή αμυχή ή πληγή, πρέπει να οδηγεί σε προληπτική θεραπεία», δήλωσε, προσθέτοντας: «Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό τώρα το καλοκαίρι, που κορυφώνονται οι συναντήσεις ανθρώπων και νυχτερίδων».
Η λύσσα δεν αφορά μόνο τις νυχτερίδες
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η προσοχή δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στις νυχτερίδες, καθώς κάθε επαφή με άγριο ζώο που ενδέχεται να είναι φορέας του ιού απαιτεί άμεση επικοινωνία με γιατρό.
Εφόσον εκτιμηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος έκθεσης στη λύσσα, πρέπει να χορηγείται άμεσα η προφύλαξη μετά την έκθεση (Post-Exposure Prophylaxis – PEP), μια επείγουσα προληπτική αγωγή που, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, μπορεί να αποτρέψει την εκδήλωση της νόσου σχεδόν στο 100% των περιπτώσεων όταν εφαρμοστεί εγκαίρως.
Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω του σάλιου μολυσμένων ζώων, είτε με δάγκωμα είτε όταν το σάλιο έρθει σε επαφή με ανοιχτή πληγή ή με βλεννογόνους, όπως αυτοί της μύτης, του στόματος και των ματιών.
Οι Καναδοί επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι η λύσσα είναι σχεδόν πάντοτε θανατηφόρα όταν εμφανιστούν τα συμπτώματά της, καθώς δεν υπάρχει καθιερωμένη αποτελεσματική θεραπεία, γεγονός που καθιστά την πρόληψη ζωτικής σημασίας.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, έχουν καταγραφεί κατά καιρούς κρούσματα λύσσας σε κόκκινες αλεπούδες, αλλά και σε ζώα συντροφιάς, όπως σκύλους και γάτες, καθώς και σε παραγωγικά ζώα, όπως οι αγελάδες.
