Δεν υπήρξε ποτέ σταρ με τη συμβατική έννοια. Υπήρξε όμως μια αυθεντική θεατρίνα που βρέθηκε δίπλα στους θρύλους του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, γνώρισε τη δόξα, τον έρωτα, τις τραγωδίες και τις ανατροπές και μετέτρεψε τη θυελλώδη διαδρομή της σε μια ιστορία ζωής που έμοιαζε βγαλμένη από μυθιστόρημα
Γράφει η Κάλλια Λαμπροπούλου
Στη ζωή της Κάκιας Κοντοπούλου χωρούσαν πολλές διαφορετικές γυναίκες. Η κόρη μιας οικογένειας που γνώρισε τις διώξεις και τις απώλειες. Η νεαρή χορεύτρια που ανακάλυψε στο θέατρο έναν νέο κόσμο. Η ηθοποιός που μοιράστηκε τη σκηνή με τη Σοφία Βέμπο, τη Ρένα Βλαχοπούλου και τον Βασίλη Αυλωνίτη. Η σύζυγος που εγκατέλειψε την καριέρα της για τον έρωτα. Η γυναίκα που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον πόνο, την προδοσία, το θάνατο και την οικονομική διεκδίκηση μιας πολύτιμης κληρονομιάς.
Και πάνω απ’ όλα, μια προσωπικότητα που δεν έπαψε ποτέ να παλεύει. Ίσως γι’ αυτό η λέξη «αντιστάρ» να της ταίριαξε περισσότερο από οποιονδήποτε τίτλο συνοδεύει μια ηθοποιό.
Η είδηση του θανάτου της, στις αρχές Ιουνίου, έφερε ξανά στο προσκήνιο μια μορφή που υπήρξε κομμάτι της χρυσής εποχής της ελληνικής επιθεώρησης και του παλιού κινηματογράφου. Για όσους τη γνώρισαν από κοντά, η Κάκια Κοντοπούλου υπήρξε μία γυναίκα που κουβαλούσε μέσα της ολόκληρες δεκαετίες ελληνικής ιστορίας, τις οποίες δεν βίωσε απλά παρατηρώντας τις αλλά τις έζησε ως πρωταγωνίστρια.

Από τις πληγές του Εμφυλίου στα φώτα της σκηνής
Γεννημένη στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, η Κάκια Κοντοπούλου μεγάλωσε σε μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη. Η οικογένειά της βρέθηκε στο στόχαστρο εξαιτίας των πολιτικών της πεποιθήσεων, σε μια εποχή που οι ιδέες μπορούσαν να καθορίσουν τη μοίρα ενός ανθρώπου. Ο πατέρας της έφυγε νωρίς από τη ζωή, η ίδια γνώρισε τη φυλάκιση, ενώ ο αδελφός της εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Τα βιώματα αυτά άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ψυχοσύνθεσή της.
Η σκληρότητα των χρόνων εκείνων θα μπορούσε να είχε λυγίσει έναν άνθρωπο. Εκείνη όμως έμοιαζε να αντλεί δύναμη από κάθε δυσκολία.
Όπως περιγράφεται στο βιβλίο Η Αντιστάρ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υδροπλάνο το 2019 με την επιμέλεια και τη συγγραφή του δημοσιογράφου και προσωπικού της φίλου Γιάννη Βίτσα, ο χορός αποτέλεσε την πρώτη της διέξοδο από μια πραγματικότητα γεμάτη στερήσεις και φόβο. Πολύ σύντομα όμως ήρθε το θέατρο, ένας κόσμος που την αιχμαλώτισε ολοκληρωτικά.

Σπούδασε στη Σχολή Μουσικού Θεάτρου του Τάκη Μουζενίδη και έκανε τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα σε μια περίοδο που το ελληνικό θέατρο αναζητούσε νέα πρόσωπα και νέες φωνές. Η συνάντησή της με τη σκηνή δεν ήρθε στη ζωή της ως ακόμη μία επαγγελματική επιλογή. Ήταν η στιγμή που η ίδια βρήκε τον χώρο όπου μπορούσε να εκφραστεί, να δημιουργήσει και να αφήσει πίσω της τις σκιές του παρελθόντος.
Η χρυσή εποχή του Ακροπόλ και οι θρύλοι μιας ολόκληρης γενιάς
Για δεκατέσσερα χρόνια η Κάκια Κοντοπούλου υπήρξε βασικό μέλος του ιστορικού θεάτρου Ακροπόλ, ενός χώρου που ταυτίστηκε όσο λίγοι με την άνθηση της ελληνικής επιθεώρησης. Εκεί βρέθηκε δίπλα σε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου. Η Σοφία Βέμπο, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ορτανσία Μακρή, ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Νίκος Ρίζος και ο Γιάννης Γκιωνάκης ήταν μόνο μερικοί από τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκε τη σκηνή. Η ίδια δεν διεκδίκησε ποτέ τον τίτλο της πρωταγωνίστριας. Αντιθέτως, φαίνεται πως απεχθανόταν τη ματαιοδοξία και κάθε μορφή ναρκισσισμού. Αυτός ήταν ίσως και ο λόγος που αγαπήθηκε τόσο από τους συναδέλφους της. Παρέμεινε αυθεντική σε έναν χώρο όπου η προβολή συχνά είχε μεγαλύτερη αξία από το ίδιο το ταλέντο.
Παράλληλα, άφησε το δικό της αποτύπωμα στον ελληνικό κινηματογράφο. Συμμετείχε σε ταινίες που σήμερα θεωρούνται κλασικές, όπως Η Μουσίτσα, δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη, Ζητείται Τίμιος με τη Μάρθα Καραγιάννη και τον Κώστα Βουτσά, Καπετάνιος για Κλάματα με τον Κώστα Χατζηχρήστο και Μια του Κλέφτη με τον Δημήτρη Χορν. Μπορεί να μην ανήκε στην κατηγορία των μεγάλων σταρ της εποχής, όμως η παρουσία της στις παραγωγές εκείνων των χρόνων υπήρξε σταθερή και χαρακτηριστική. Ήταν μία από εκείνες τις φυσιογνωμίες που, ακόμη κι όταν δεν πρωταγωνιστούσαν, κατάφερναν να γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της μνήμης του θεατή. Η αγάπη της για τους ανθρώπους του χώρου ήταν γνωστή. Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε κουμπάρα στον αρραβώνα του Κώστα Βουτσά και της Σπεράντζας Βρανά, διατηρώντας στενές σχέσεις με πολλούς από τους συναδέλφους της επί δεκαετίες.
Ο μεγάλος έρωτας, οι απώλειες και οι μάχες μακριά από τα φώτα
Αν η επαγγελματική της πορεία είχε τη λάμψη της σκηνής, η προσωπική της ζωή έμοιαζε συχνά με αρχαία τραγωδία. Ο πρώτος μεγάλος σταθμός ήταν ο αρραβώνας της με τον ηθοποιό Αλέκο Λειβαδίτη. Η σχέση τους, παρά τα έντονα συναισθήματα που τη συνόδευσαν, δεν έφτασε ποτέ στα σκαλιά της εκκλησίας. Οι δυσκολίες και οι εντάσεις υπήρξαν ανυπέρβλητες και το ζευγάρι ακολούθησε τελικά διαφορετικούς δρόμους. Λίγα χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στη ζωή της ένας άλλος Αλέκος. Ο βιομήχανος Αλέκος Δενδρινός την ερωτεύτηκε παράφορα και επέμεινε επί δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι να καταφέρει να την πείσει να τον παντρευτεί.

Η Κάκια Κοντοπούλου εγκατέλειψε το θέατρο, πιστεύοντας πως είχε βρει την προσωπική της ευτυχία.
Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η κατάθλιψη, ο αλκοολισμός και ο εθισμός του συζύγου της στον τζόγο σκίασαν τη ζωή τους. Παρά τις δυσκολίες, εκείνη παρέμεινε στο πλευρό του για δεκαετίες. Όταν ύστερα από σαράντα χρόνια κοινής πορείας ο Αλέκος Δενδρινός έδωσε τέλος στη ζωή του, η απώλεια υπήρξε συντριπτική. Ωστόσο, ούτε τότε εγκατέλειψε. Η ζωή επιφύλασσε ακόμη μία απρόσμενη ανατροπή.
Η κληρονομιά ενός ιδιωτικού νησιού στην Ικαρία, που για πολλούς θα φάνταζε ως ευλογία, εξελίχθηκε σε νέα περιπέτεια.
Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε η ίδια, και καταγράφηκαν στο βιβλίο του Γιάννη Βίτσα, βρέθηκε αντιμέτωπη με ανθρώπους και συμφέροντα που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν την περιουσία της. Η υπόθεση αυτή σημάδεψε για χρόνια την καθημερινότητά της. Παρ’ όλα αυτά, η Κάκια Κοντοπούλου δεν έπαψε να υπερασπίζεται όσα θεωρούσε δίκαια, παραμένοντας πιστή στον μαχητικό χαρακτήρα που τη συνόδευε από τα νεανικά της χρόνια.

Η «Αντιστάρ» που έγινε σύμβολο αυθεντικότητας
Όταν ο δημοσιογράφος Γιάννης Βίτσας αποφάσισε να μεταφέρει τη ζωή της στο χαρτί, είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι απέναντί του βρισκόταν μια γυναίκα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Στον πρόλογο του βιβλίου του περιγράφει τις πολύωρες συναντήσεις τους, τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες από το θέατρο, τις αφηγήσεις που ταξίδευαν από τη δεκαετία του ’50 μέχρι το σήμερα και κυρίως την ενέργεια μιας γυναίκας που δεν έπαψε ποτέ να θυμάται, να συγκινείται και να αγωνίζεται. Η βιογραφία Η Αντιστάρ δεν ήταν μόνο η καταγραφή μιας καλλιτεχνικής διαδρομής. Ήταν ένα χρονικό επιβίωσης. Μια αφήγηση που περνούσε μέσα από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μεταπολεμική Ελλάδα, τη λάμψη του θεάτρου, τις προσωπικές τραγωδίες και τις συνεχείς αναμετρήσεις με τη μοίρα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Κάκια Κοντοπούλου κλήθηκε να δώσει ακόμη μία δύσκολη μάχη. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο βιβλίο, υποβλήθηκε σε αιμοκαθάρσεις, αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια και πείσμα τα προβλήματα της υγείας της. Ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητά της. Δεν επέτρεψε ποτέ στις δυσκολίες να καθορίσουν την ταυτότητά της. Τις αντιμετώπιζε, τις ξεπερνούσε και συνέχιζε. Γι’ αυτό και σήμερα, πέρα από τους ρόλους, τις παραστάσεις και τις ταινίες, η Κάκια Κοντοπούλου μένει στη μνήμη όσων τη γνώρισαν ως κάτι περισσότερο από ηθοποιός. Ως μια γυναίκα που έζησε με ένταση, που αγάπησε βαθιά, που δοκιμάστηκε σκληρά και που κατάφερε να μετατρέψει κάθε δυσκολία σε κομμάτι μιας συναρπαστικής διαδρομής. Μιας διαδρομής που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του βιβλίου της. Γιατί η Κάκια Κοντοπούλου δεν υπήρξε ποτέ σταρ. Υπήρξε κάτι πολύ πιο σπάνιο: μια αυθεντική παρουσία που δεν έπαιξε μόνο ρόλους στη σκηνή, αλλά έζησε την ίδια τη ζωή με πάθος, θάρρος και αλήθεια.
Πηγή: Pontosnews
