H κατάθλιψη δεν κάνει διακρίσεις. Μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο, μια επιτυχημένη καριέρα ή μια φαινομενικά «τακτοποιημένη» ζωή. Η Monika Kuros, μέσα από τη μακρόχρονη εμπειρία της ως γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεύτρια, γνωρίζει καλά τις αθέατες πλευρές αυτής της πραγματικότητας.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Στο βιβλίο της «Κατάθλιψη – Βήματα ελπίδας από μια θεραπεύτρια», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγγελάκη, επιχειρεί να μετατρέψει την επιστημονική γνώση σε έναν πρακτικό και προσιτό οδηγό για όσους παλεύουν με το σκοτάδι της ψυχικής δυσφορίας. Μιλώντας στο «ENJOΥ», εξηγεί γιατί η ενσυναίσθηση προηγείται της θεραπείας, πώς οι σκέψεις μας επηρεάζουν την ψυχική μας κατάσταση και γιατί η ελπίδα μπορεί να αποτελέσει το πρώτο και σημαντικότερο βήμα προς την αλλαγή.
Το βιβλίο σας ξεκινά με ένα τρυφερό γράμμα προς τον αναγνώστη. Πόσο σημαντικό να προηγείται η ανθρώπινη επαφή της επιστημονικής γνώσης όταν μιλάμε για την κατάθλιψη;
Για μένα ο άνθρωπος προηγείται πάντα της διάγνωσης. Η επιστημονική γνώση είναι το εργαλείο μας, αλλά η ενσυναίσθηση είναι το «κλειδί» που ξεκλειδώνει τη θεραπεία. Οταν κάποιος βουλιάζει στη μοναξιά της κατάθλιψης, δεν χρειάζεται απλώς έναν κατάλογο με συμπτώματα ή τεχνικές. Χρειάζεται να νιώσει ότι τον βλέπουν, ότι τον ακούν και κυρίως ότι δεν είναι μόνος. Το γράμμα στην αρχή του βιβλίου είναι το δικό μου «χέρι» που απλώνω στον αναγνώστη. Πιστεύω βαθιά πως καμία αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί μέσα σε ένα κλίμα κριτικής ή ψυχρής ανάλυσης. Μόνο όταν δημιουργήσουμε έναν ασφαλή χώρο, όπου ο πόνος δεν φοβάται να ονομαστεί, τότε μόνο μπορούμε να αρχίσουμε να χτίζουμε, μαζί, το μονοπάτι προς το φως.
Ως θεραπεύτρια, έχετε επιλέξει να βασίσετε το βιβλίο στις αρχές της CBT (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία). Τι κάνει τη συγκεκριμένη προσέγγιση τόσο αποτελεσματική για ανθρώπους που παλεύουν με την κατάθλιψη;
Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία είναι τόσο αποτελεσματική γιατί δεν προσπαθεί απλώς να «διορθώσει» το συναίσθημα, αλλά μας μαθαίνει να ακούμε με αγάπη τον εσωτερικό μας διάλογο. Οταν η κατάθλιψη μας κυριεύει, οι σκέψεις μας γίνονται σαν σκοτεινοί φακοί που παραμορφώνουν τα πάντα. Αρχίζουμε να πιστεύουμε -συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουμε- πως εμείς δεν αξίζουμε, πως ο κόσμος γύρω μας είναι ένας τόπος αφιλόξενος και πως το μέλλον θα παραμείνει για πάντα γκρίζο. Αυτές οι βαθιές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας, τους άλλους και το αύριο είναι που μας κρατούν αιχμάλωτους στη θλίψη. Η δύναμη αυτής της προσέγγισης κρύβεται στο ότι δεν μας αφήνει αβοήθητους. Μας δίνει το χέρι και μας διδάσκει πώς να αμφισβητούμε αυτούς τους ψιθύρους με αγάπη και περιέργεια, αντί για κριτική. Δεν είναι ένας πόλεμος ενάντια στο μυαλό μας, αλλά μια διαδρομή για να ξαναβρούμε την αλήθεια μας πέρα από το σύννεφο της ασθένειας.
Πώς μπορεί κανείς να καλλιεργήσει αυτή τη στάση απέναντι στον εαυτό του, ιδιαίτερα σε μια σκοτεινή ψυχική περίοδο;
Ξέρετε, ο πόνος μάς κάνει συχνά να θέλουμε να διώξουμε τις σκέψεις μας, να τις φιμώσουμε, σαν να είναι εχθροί που πρέπει να νικηθούν. Ομως, όταν παλεύεις με το σκοτάδι, ο πόλεμος μόνο σε εξαντλεί περισσότερο. Αυτό που προτείνω είναι να γίνουμε οι ίδιοι παρατηρητές των σκέψεών μας, σαν να βλέπουμε σύννεφα να περνούν από τον ουρανό. Οταν έρχεται μια σκοτεινή σκέψη, μην της επιτίθεσαι, ρώτα τη με περιέργεια: «Γιατί ήρθες σήμερα; Μήπως φοβάσαι για το αύριο; Μήπως νιώθεις πως δεν είσαι αρκετή;» Οταν σταματάμε να ταυτιζόμαστε με τη σκέψη, συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε εμείς η σκέψη μας, αλλά ο «χώρος» που τη φιλοξενεί. Είναι σαν να κρατάμε το χέρι του παιδιού που φοβάται μέσα μας, αντί να του φωνάζουμε να σωπάσει. Αυτή η μικρή αλλαγή, το να δείξεις στον εαυτό σου την ίδια τρυφερότητα που θα έδειχνες σε έναν αγαπημένο σου φίλο, είναι η αρχή της θεραπείας.

Υπήρξε κάποιο στοιχείο που πήρατε από τους ίδιους τους θεραπευόμενους που έχετε βρεθεί κοντά το οποίο σας επηρέασε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο, μέσα από τόσες συναντήσεις δίπλα σε ανθρώπους που παλεύουν, δεν ήταν τόσο τα συμπτώματα της κατάθλιψης ή του άγχους – αυτά, κατά βάθος, έχουν κοινά μοτίβα. Ηταν η αίσθηση της απόλυτης μοναξιάς που ένιωθαν. Αυτή η βαθιά, επώδυνη πεποίθηση ότι «είμαι ο μόνος/η που το βιώνω αυτό», ότι «κάτι κακό συμβαίνει μόνο σε μένα» ή «κανείς δεν θα καταλάβει πώς νιώθω». Πίσω από κάθε δύσκολη σκέψη, πίσω από κάθε δάκρυ, υπήρχε πάντα μια ψυχή που ένιωθε αόρατη και σιωπηλή, φοβούμενη να μιλήσει. Αυτή η αίσθηση, πως η δική τους εσωτερική ιστορία ήταν μοναδικά «σπασμένη», ήταν το πιο δυνατό κοινό νήμα που συνάντησα. Και αυτό ακριβώς επηρέασε τη συγγραφή του βιβλίου. Θέλησα να φτιάξω μια γέφυρα, να απλώσω ένα χέρι, να πω σε κάθε αναγνώστη: «Δεν είσαι μόνος. Αυτό που βιώνεις, όσο σκοτεινό κι αν φαίνεται, είναι μέρος μιας κοινής ανθρώπινης εμπειρίας». Το βιβλίο γεννήθηκε από την ανάγκη να φωτίσω ότι οι σκέψεις μας, αυτές οι ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας για το ποιοι είμαστε, για τον κόσμο γύρω μας, για τους άλλους ή για το μέλλον, δεν είναι πάντα η απόλυτη αλήθεια. Είναι συχνά οι ψίθυροι της θλίψης που μας απομονώνουν και μας κρατούν δέσμιους. Και θέλησα να δείξω πώς, με αγάπη και συμπόνια για τον εαυτό μας, μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε αυτούς τους ψιθύρους και να βρούμε ξανά τον δρόμο προς την ελπίδα και την πραγματική μας δύναμη.
Παρατηρείτε ότι η κατάθλιψη εκδηλώνεται διαφορετικά σήμερα σε σχέση με πριν από δέκα, δεκαπέντε χρόνια;
Πράγματι, το πρόσωπο του πόνου έχει αλλάξει. Πριν από δεκαπέντε χρόνια η κατάθλιψη έμοιαζε συχνά με ένα κλειστό, σκοτεινό δωμάτιο. Σήμερα μοιάζει περισσότερο με μια εξαντλητική διαδρομή σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ να ζητά. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο στη σύγχρονη ψυχική κόπωση είναι η «σιωπηλή εξάντληση». Οι άνθρωποι σήμερα δεν νιώθουν απλώς λύπη, νιώθουν άδειοι, σαν να έχει στερέψει κάθε απόθεμα ενέργειας προσπαθώντας να ανταποκριθούν στην ψευδαίσθηση μιας τέλειας ζωής που βλέπουν στις οθόνες τους. Οι πεποιθήσεις μας για τον εαυτό μας έχουν γίνει πιο σκληρές: νιώθουμε ότι «δεν είμαστε αρκετοί» αν δεν είμαστε διαρκώς παραγωγικοί ή χαρούμενοι. Αυτή η πίεση μετατρέπει τη φυσιολογική μας ανάγκη για παύση σε ενοχή. Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι να ξαναμάθουμε ότι η αξία μας δεν μετριέται με τα κατορθώματά μας, αλλά με την ίδια μας την ύπαρξη. Πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι άνθρωπος, με όλη την κούραση και τις ρωγμές του, γιατί μόνο έτσι μπορεί να μπει ξανά το φως.
