Λοιπόν, ήταν αρκετή μια στημένη λήψη να τον παρουσιάζει, να επισκιάζει την Ακρόπολη και η θρυαλλίδα ήταν εκεί – για όσους ακόμα δεν το πρόσεξαν, ο νέος εμφύλιος αφορά τον υπό κατασκευή «πύργο στο Ελληνικό» και η ένταση έχει χτυπήσει το απόλυτο κόκκινο, με ουκ ολίγους να μιλάνε για «Πύργο του Σκότους» στα κοινωνικά μέσα (ξέρετε τώρα, Tolkien, «Αρχοντας των Δακτυλιδιών», μέρος δεύτερο, Barad-dûr, Sauron, o «Πύργος του Σκότους» δεν είναι πια μόνο στη Mordor αλλά και εδώ).
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Οχι, ότι το ίδιο δεν είχε συμβεί και στο παρελθόν και με άλλα κτίρια, που δεν συμβάδιζαν, σε ύψος και σε όγκο, με μια ορισμένη αθηναϊκή αισθητική βέβαια, με διασημότερη ίσως ιστορικά περίπτωση αυτή της ανέγερσης του ξενοδοχείου «Χίλτον» το 1957-1963 (για το οποίο είχε ομοίως ξεσπάσει θύελλα, γιατί φερόταν ότι «ανταγωνίζεται» και αυτό την Ακρόπολη), όμως η τρέχουσα αντιπαράθεση διεκδικεί σίγουρα τα πρωτεία της οξύτητας και μάλιστα για όλους τους λάθος λόγους. Και ελπίζοντας, να μην είμαι προκατειλημμένος που επέλεξα να έχω το γραφείο μου στον «Πύργο Αθηνών» (το πιο ψηλό μας κτίριο), να εξηγήσω γιατί το θέμα δεν είναι τα (ψηλά) κτίρια αλλά όσα (γήινα) συμβαίνουν στον περίγυρό τους.
Πρώτον, γιατί ο πύργος του Ελληνικού χώρισε ομοιόμορφα όσους είναι κατά και όσους είναι υπέρ της κυβέρνησης, με τους πρώτους να δαιμονοποιούν και τους δεύτερους να αγιοποιούν το κτίριο, όπως είχε γίνει και με τον «Πύργο Αθηνών», που επίσης λειτούργησε σαν μια άσχετη αφορμή να μετρηθούν τότε (αλλά και μετά) οι υποτιθέμενοι «αντιστασιακοί» και «χουντικοί» εκείνης της περιόδου. Ομως, φυσικά, κανείς από τους δύο πύργους δεν διαθέτει εγγενές πολιτικό πρόσημο και η τρέχουσα συζήτηση είναι (όπως και τότε) ακόμα ένας ανούσιος πόλεμος πολιτικών «proxies» – ή μήπως να θεωρήσω εαυτόν «χουντικό» γιατί εγκρίνω αρχιτεκτονικά το κτίριο που επέλεξα για γραφείο;
Δεύτερον, γιατί ακόμα και για όσους ο πύργος δεν έγινε αφορμή πολιτικού καβγά, η σύγκρουση «μέσω Ακρόπολης» (όπως έγινε και το 1957-1963 με το «Χίλτον») παραμένει αδιέξοδη. Γιατί η Ακρόπολη είναι μνημείο παγκόσμιου πολιτισμού και ότ(αν) ακόμα υπάρχουν κτίρια που την ανταγωνίζονται οπτικά, πάντως, αυτά αδυνατούν να την επισκιάσουν. Δηλαδή, πάρτε το «Χίλτον», που ήταν όντως (λόγω όγκου) οπτικά ανταγωνιστικό (πολύ περισσότερο εκείνη την εποχή, που η ανάπτυξη της πόλης δεν ήταν το ίδιο κάθετη με σήμερα) – υπήρξε ποτέ κανείς που να έρθει στην Αθήνα και αντί της Ακρόπολης να προτιμήσει να δει το «Χίλτον»; Και εάν έχασε κατά κράτος στη σύγκριση το «Χίλτον» (που δεν ήταν αρχιτεκτονικά αδιάφορο – γιατί και μόνο το κατακόρυφο ανάγλυφο του Μώραλη το έκανε αξιοθέατο), θα ανταγωνιστεί την Ακρόπολη ένα συγκρότημα διαμερισμάτων; Ή, άλλως, ένθεν κακείθεν, υποτιμούν την Ακρόπολη, χωρίς αυτή να έχει λόγους να φοβάται.
Τρίτον, γιατί, ακόμα και για όσους λίγους πήραν θέση σε μια καθαρά αρχιτεκτονική και πολεοδομική αντιπαράθεση, ο στίβος ήταν ναρκοθετημένος. Γιατί οι μεν πολέμιοι του πύργου επιστράτευσαν όλα τα συνήθη υποκριτικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται σε μια χώρα, που ο πόλεμος στην κάθετη ανάπτυξη των πόλεων λειτουργεί σαν λαϊκιστικός αυτοματισμός – σαν ένας οπτικός εξορκισμός της έννοιας του ουρανοξύστη, ως συνώνυμης της Αμερικής, του καπιταλισμού, του χρήματος, των «εχόντων» και των μεγάλων εργολαβικών ομίλων.
«Γκέτο πλουσίων»
Ετσι, το Ελληνικό (είπαν) δεν είναι παρά ένα αντιαισθητικό «γκέτο πλουσίων» – αυτό που μας χρειάζεται (συνέχισαν) είναι μια πολεοδομία των «πολλών», που θα πει όχι στην τσιμεντοποίηση με πράσινο και φθηνή κατοικία (και θα φέρει πάλι τους ανθρώπους «κοντά»). Μόνο, φυσικά, που τα χαμηλά κτίρια δεν αρκούν για να στεγάσουν τους πολλούς και όσο πιο χαμηλά και πιο λίγα τόσο πιο ακριβά είναι – αυτή η αριστερή εικόνα πολεοδομικών πρωτόπλαστων είναι ένα ακόμα ιδεολογικό μύθευμα ώστε να συντηρείται η εγχώρια αφασία.
Οσο για την αισθητική (που πράγματι στερείται το Ελληνικό), σίγουρα δεν τη διαθέτει ούτε η Αθήνα της πολυκατοικίας. Με αυτές τις πραγματικότητες βέβαια, να οδηγούν, από την άλλη, τους οπαδούς του πύργου να αντιτείνουν (ομοίως παράλογα) ότι η Αθήνα πρέπει να γίνει όλη ένα μεγάλο Ελληνικό και με τον Le Corbusier και τις περίφημες μακέτες του, που δείχνουν τα ψηλά κτίρια, να απελευθερώνουν χώρο για πράσινο, να γίνονται κάτι σαν κοινό κτήμα σε μια αντι-ουτοπία κάθετης ανάπτυξης, που (όπως μας είπαν) ίσως σώσει την πόλη. Και με τον βασιλιά να παραμένει γυμνός, βέβαια.
Γιατί στις λίγες περιπτώσεις που αυτές οι ιδέες έγιναν πραγματικότητα (όπως με την οικοδόμηση της Μπραζίλια ως νέας πρωτεύουσας της Βραζιλίας), το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς αντίστροφο. Ναι, το πράσινο πολλαπλασιάστηκε, οι δρόμοι έγιναν ελεύθεροι από αυτοκίνητα, η στέγη άφθονη για όλους. Αλλά κανείς δεν προτιμά να ζήσει εκεί.
Γιατί κανείς δεν θέλει να διασχίζει μια λεωφόρο έξι λωρίδων για να πάει απέναντι και γιατί δεν υπάρχει το μαγαζάκι της γωνίας να πεταχτείς ένα βράδυ, που έλειψε ένα κουτάκι μπίρα – δεν είναι ο αποστειρωμένος ρασιοναλισμός της Μπραζίλια, αλλά, καλώς ή κακώς, το βιώσιμο χάος του Ρίο, που μαγεύει. Συμπέρασμα; Θέλουμε προσιτή στέγη αλλά δεν θέλουμε να χτίζονται κτίρια. Θέλουμε βιώσιμες πόλεις αλλά αυτές δεν προκύπτουν ποτέ από σχέδια. Στην Ελλάδα του άρθρου-άβατου 24 του Συντάγματος (και οικοδομικών κανονισμών, που από το ’55 έκαναν πανάσχημες τις πόλεις) ο πραγματικός «Πύργος του Σκότους» δεν είναι κτίριο αλλά τρόπος σκέψης.

