Υπάρχει μια συγκεκριμένη, σχεδόν παβλοφική αντίδραση που βιώνει πλέον ο μέσος Ελληνας κάθε φορά που φτάνει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ: ένας κόμπος στο στομάχι, ακολουθούμενος από την παγωμάρα της απόδειξης.
- Γράφει
ειδικός επιστήμων
Τα βασικά είδη διατροφής αγγίζουν πια τιμές πολυτελείας, η φέτα θυμίζει έκθεμα κοσμηματοπωλείου και το περίφημο «καλάθι του νοικοκυριού» μοιάζει περισσότερο με καλάθι των αχρήστων για την αξιοπρέπεια της μέσης οικογένειας. Δεν πρόκειται για μια απλή, παροδική ακρίβεια.
Πρόκειται για μια συστημική, νομιμοποιημένη αφαίμαξη εισοδήματος που συντελείται κυνικά, μέρα με τη μέρα, ράφι με το ράφι. Κι όμως, αν επιστρέψεις στο σπίτι -με τo μισοάδειο σου καλάθι- και ανοίξεις την τηλεόραση, θα βρεθείς ξαφνικά να ζεις σε μια άλλη, παράλληλη χώρα. Εκεί, στα αποστειρωμένα δελτία ειδήσεων και στα κυβερνητικά μπρίφινγκ, βιώνουμε το απόλυτο οικονομικό θαύμα. Οι δείκτες ευημερούν, η ανάπτυξη καλπάζει, οι ξένοι οίκοι αξιολόγησης μας αποθεώνουν και οι υπουργοί κουνάνε το δάχτυλο από αέρος, μιλώντας αόριστα για «εισαγόμενο πληθωρισμό» και για μισθούς που δήθεν αυξάνονται. Το χάσμα ανάμεσα στο άδειο πορτοφόλι του πολίτη και το κυβερνητικό αφήγημα είναι πλέον τόσο χαώδες, που αρχίζεις μοιραία να αμφιβάλλεις για την ίδια σου τη λογική.
Στην κλινική ψυχιατρική, αυτή η μεθοδευμένη, συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας έχει συγκεκριμένο όνομα: λέγεται «Gaslighting». Είναι η αγαπημένη τακτική του κακοποιητή ο οποίος, ενώ σε καταστρέφει, σε κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να σε πείσει ότι όλα είναι ιδέα σου. Οτι εσύ αντιλαμβάνεσαι λάθος τα πράγματα, ότι δεν καταλαβαίνεις τα νούμερα, ότι, εν τέλει, είσαι «τρελός».
Η εξουσία σήμερα λειτουργεί ακριβώς έτσι: ως ένας θεσμικός, ψυχολογικός κακοποιητής. Οταν η τσέπη σου αδειάζει στις 15 του μήνα, αλλά το σύστημα σου λέει μεύφος χιλίων καρδιναλίων ότι ποτέ δεν ήμασταν καλύτερα, ο τελικός στόχος δεν είναι απλώς να λεηλατήσουν το εισόδημά σου. Είναι να σε κάνουν να νιώσεις ότι εσύ, και όχι η δική τους πολιτική αλαζονεία, είσαι το πρόβλημα.
Για να κατανοήσουμε, ωστόσο, την εμμονή της εξουσίας με αυτή τη διαστρέβλωση της αλήθειας, οφείλουμε να εντοπίσουμε το βαθύτερο αίτιο, το οποίο δεν είναι άλλο από μια βαριά, θεσμική Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (NPD). Το βασικότερο, ίσως, διαγνωστικό κριτήριο του κλινικού ναρκισσιστή είναι η απόλυτη, σχεδόν ανατριχιαστική απουσία ενσυναίσθησης. Ο ναρκισσιστής αδυνατεί να αντιληφθεί τον πόνο, την αγωνία ή την εξάντληση του απέναντι. Το μόνο που τον απασχολεί, το μόνο που τον τρέφει, είναι η δική του αντανάκλαση στον καθρέφτη και η αέναη επιβεβαίωση του προσωπικού του μεγαλείου.
Στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα ο καθρέφτης του κυβερνητικού επιτελείου δεν είναι, προφανώς, η ελληνική κοινωνία. Είναι οι ψυχρές εκθέσεις του Standard & Poor’s και τα αποθεωτικά αφιερώματα των «Financial Times». Πανηγυρίζουν υστερικά στα υπουργικά γραφεία για τα εύσημα των ξένων τεχνοκρατών, απαιτώντας από έναν λαό -που παλεύει με νύχια και με δόντια να εξασφαλίσει την «καταναλωτική βαθμίδα» για να βγάλει το δεκαπενθήμερο- να βγει στα μπαλκόνια και να τους χειροκροτήσει.
Η προσωποποίηση, άλλωστε, αυτής της επικίνδυνης ναρκισσιστικής συμπεριφοράς αποτυπώθηκε ανάγλυφα στο πρόσφατο ταξίδι του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην Αυστρία. Την ώρα που η μέση ελληνική οικογένεια μετρούσε τα κέρματα για τον λογαριασμό του ρεύματος, ο πρωθυπουργός επέλεγε να αποδράσει στα θεωρεία της αυστριακής όπερας. Η εικόνα του ηγέτη που απολαμβάνει αμέριμνος κλασική μουσική κάτω από τους πολυελαίους, πλήρως αφομοιωμένος σε ένα περιβάλλον αριστοκρατικής ραστώνης, δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό ατόπημα. Είναι η ηχηρή απόδειξη μιας κλινικής, τρομακτικής αποκοπής από την πραγματικότητα. Είναι η στάση ενός ανθρώπου που θεωρεί την κοινωνική εξαθλίωση της χώρας του μια απλώς ενοχλητική παραφωνία στη δική του, προσωπική πολιτική άρια.
Ψηφιακό «παντεσπάνι»
Αυτή η Κλινική Αποκόλληση (Clinical Detachment) κορυφώνεται στον τρόπο με τον οποίο η ηγεσία διαχειρίζεται τα θύματα της ίδιας της της πολιτικής. Ζούμε, σε ζωντανή μετάδοση, το σύγχρονο σύνδρομο της Μαρίας Αντουανέτας, μόνο που αυτή τη φορά η ύβρις είναι πλήρως… ψηφιοποιημένη.
Οταν η περίφημη βασίλισσα φέρεται ότι είπε «ας φάνε παντεσπάνι» στους πεινασμένους χωρικούς, εξέφρασε την άγνοια μιας ελίτ που δεν είχε δει ποτέ της αληθινό φούρνο. Σήμερα, όταν ο πολίτης ουρλιάζει ότι το ρεύμα θυμίζει δόση στεγαστικού δανείου, η σύγχρονη εξουσία τού απαντά με την ίδια ακριβώς αλαζονεία, ραμμένη στα μέτρα της εποχής: «Αφού δεν έχουν ψωμί, ας κατεβάσουν ένα Pass». Το ψηφιακό «παντεσπάνι» των κάθε λογής vouchers έχει αναχθεί στο απόλυτο κυβερνητικό άλλοθι. Πρόκειται για έναν τεχνοκρατικό κυνισμό που μεταμφιέζει την ελεημοσύνη σε δήθεν κοινωνική πολιτική.
Αν το εξετάσουμε με αμιγώς ψυχιατρικούς όρους, πρόκειται για έναν «σαδιστικό μηχανισμό εξάρτησης». Το κράτος κλείνει το μάτι στα καρτέλ της ενέργειας και των τροφίμων, επιτρέποντάς τους να αφαιμάξουν 100 ευρώ από την τσέπη σου, για να σου επιστρέψει στο τέλος 10 ευρώ μέσω μιας «καινοτόμου ψηφιακής πλατφόρμας». Και το χειρότερο; Απαιτεί να νιώσεις και ευγνωμοσύνη. Είναι η επιτομή της ιδρυματοποίησης ενός λαού, ο οποίος εκπαιδεύεται να ζει με τα ψίχουλα ενός application, την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός χειροκροτεί ικανοποιημένος από τα θεωρεία της Βιέννης.
Τελεσίδικη «θεραπεία», το ηχηρό χαστούκι της κάλπης
Κάθε κλινική ψευδαίσθηση, ωστόσο, όσο περίτεχνα χτισμένη κι αν είναι, έχει αυστηρή ημερομηνία λήξης. Ενα παραλήρημα μπορεί να συντηρηθεί για καιρό μέσα στα προστατευμένα γραφεία της εξουσίας, εκεί όπου τα «φιλικά» μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως αποκλειστικοί νοσοκόμοι, οι οποίοι επιβεβαιώνουν διαρκώς τον ασθενή ότι είναι απολύτως υγιής. Οταν, όμως, αυτή η Θεσμική Ψύχωση αναγκαστεί να βγει στον δρόμο, η σύγκρουση με τον τοίχο της αμείλικτης πραγματικότητας είναι πάντοτε βίαιη.
Οι πολίτες αρχίζουν πια να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα της κακοποίησής τους. Κατανοούν ότι δεν πάσχουν οι ίδιοι από κάποια συλλογική παράνοια. Δεν φταίει η δική τους αντίληψη που ο μήνας δεν βγαίνει, αλλά το σύστημα που τους αφαιμάσσει εν ψυχρώ. Αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι άλλη μια δόση ανοχής, αλλά μια ριζική πολιτική θεραπεία.
Στην επιστήμη της Ψυχιατρικής, όταν ο ναρκισσιστής κακοποιητής αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει τη ζημιά που προκαλεί, η μόνη λύση για το θύμα είναι η άμεση και οριστική ρήξη. Για την αλαζονεία μιας εξουσίας που θεωρεί ότι μπορεί να κυβερνά εσαεί με ψηφιακά φιλοδωρήματα και αποδράσεις σε αυστριακές όπερες, η μοναδική και απόλυτα αποτελεσματική Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία παραμένει το ηχηρό χαστούκι της κάλπης.
Είναι η ώρα που η κοινωνία σταματά να είναι ο υπομονετικός ασθενής, παίρνει το νυστέρι στα χέρια της και γίνεται η ίδια ο γιατρός.
