Στην πλήρη φτωχοποίηση έχει οδηγηθεί η Ελλάδα, που παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς περί ευημερίας των πολιτών, η μια έκθεση μετά την άλλη γκρεμίζει αυτό το αφήγημα. Λίγο πριν από τις εκλογές, το κόμμα της Ν.Δ. βρίσκεται έκθετο όχι μόνο στα μάτια των ψηφοφόρων του, αλλά της ίδιας της Ευρώπης, που άλλους αριθμούς διαβάζει στις επίσημες μελέτες και άλλα ανακοινώνει η κυβέρνηση.
Το πιο πρόσφατο «χτύπημα» ήρθε από το τελευταίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank, με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και αφορούν το έτος 2024. Σε αυτό, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων τοποθετείται στην προτελευταία θέση της ευρωζώνης, πίσω από τη Λετονία. Ανάμεσα σε άλλα, επισημαίνεται πως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ.
Τα ίδια στοιχεία επαναφέρει διαρκώς και η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, φέρνοντας την Ελλάδα στη θέση του… φτωχού συγγενή της Ευρώπης! Με βάση την Eurostat μάλιστα, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν του 2025, υπολογισμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές τιμών μεταξύ των χωρών, έφερε την Ελλάδα στην προτελευταία θέση, μια ανάσα πριν από την τελευταία Βουλγαρία, με την οποία η χώρα μας «κοντράρονταν» τα προηγούμενα χρόνια και για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Οπως αποκαλύπτουν πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις ελάχιστες χώρες της Ε.Ε. (μαζί με την Ιταλία) στην οποία το εισόδημα ανά άτομο έχει μειωθεί τα τελευταία 20 χρόνια. Συγκεκριμένα, για την περίοδο 2004-2024 η πτώση φτάνει το 5%, την ώρα που ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι αυξημένος κατά 22%.
Ακόμα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για το πρώτο τρίμηνο του 2026, τα οποία αποστέλλονται και στην Eurostat, δείχνουν πως το διαθέσιμο εισόδημα στη χώρα μας αυξήθηκε κατά 3,2%, φτάνοντας τα 39,13 δισ. ευρώ από 37,92 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όμως την ίδια στιγμή η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κατά 4,7%, και ανήλθε στα 40,4 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, τα νοικοκυριά ξόδεψαν περισσότερα από όσα είχαν διαθέσιμα, με αποτέλεσμα είτε να βάζουν «χέρι» στις λιγοστές αποταμιεύσεις τους είτε να αγοράζουν προϊόντα και υπηρεσίες με… δανεικά ή χρωστούμενα.
