Το θερινό εθελούσιο μαρτύριο της επίδειξης ευτυχίας στα ιντερνέτια δεν τελειώνει στον καφέ και στην ξαπλώστρα. Υπάρχει γαρ το βαρύ πυροβολικό της βραδινής βόλτας. Πρέπει να φορτωθείς τα λινά (που γίνονται σαν τσαλακωμένη σφουγγαρίστρα πριν βγεις από την πόρτα) και να βγεις στη γύρα, στα σοκάκια. Με τα λινά είσαι πιο άνετος, δείχνεις πιο ανέμελος.
Σαν τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννη στις κοσμοπολίτικες ταινίες των 60s αλλά με μια εσάνς Χασιάς (η Μέκκα της ψητής μπριζόλας και των παϊδακίων) και Ζαρουχλέικων (προάστιο της Πάτρας). Εκεί όπου στάζεις από τη ζέστη, αρχίζεις και κορδώνεσαι δίπλα σε μια μισοξεραμένη βουκαμβίλια. «Στάσου λίγο, βγάλε με άλλη μία, φαίνεται το διπλοσάγονο».
Ο φωτογράφος σου (που μπορεί να είναι ο φίλος, η σύζυγος, ο ξάδελφός σου από τον Πύργο Ηλείας), έτοιμος να λιποθυμήσει από τη λιγούρα, τραβάει 40 φωτογραφίες μέχρι να πετύχεις το ύφος: αυτό το δήθεν άνετο, το «ζω τη ζωή μου και δεν με νοιάζει τίποτα», ενώ την ίδια ώρα σε χτυπάει το στενό το πέδιλο που ψώνισες από κινέζικο και σκέφτεσαι αν θα σου φτάσουν τα λεφτά για τη βενζίνη του γυρισμού.
Μετά πας για το «κουλ» ποτό. Δεκαοκτώ ευρώπουλα για λίγο λιωμένο πάγο, ένα κλαρί δεντρολίβανο κι ένα οινόπνευμα για εντριβή που σου καίει τα σωθικά κι υποτίθεται ότι είναι ρούμι πολυετούς… αναπαύσεως σε βαρέλι. Πριν καν βάλεις γουλιά στο στόμα, το ποτήρι πρέπει να βγει φωτογραφία με φόντο το ηλιοβασίλεμα, που φυσικά δεν το είδες ποτέ με τα μάτια σου, αφού το κοίταζες μέσα από την οθόνη του κινητού. Το ποστάρεις με λεζάντα «Chasing sunsets» («Κυνηγώντας ηλιοβασιλέματα») και περιμένεις από πάνω σαν το λιγούρικο το σκυλί.
Κάθε καρδούλα κι ένας πόντος χαράς. Επιτέλους, ελήλυθεν η κοινωνική καταξίωσις! Αν δεν μαζέψεις 100 likes στο εικοσάλεπτο, σε πιάνει το παράπονο. Μήπως το φίλτρο ήταν μάπα; Μήπως η ξαδέρφη από το Κιλκίς πήρε χαμπάρι ότι το μπαρ ήταν δίπλα στους κάδους με τα σκουπίδια;
Κι αν τύχει και βρεις καμιά «ψαγμένη» ταβέρνα με πλαστικά τραπεζομάντιλα, στήνεις ολόκληρη παραγωγή. Φωτογραφίζεις το χταπόδι (λάστιχο το ρημάδι) από όλες τις οπτικές γωνίες, λες και είσαι ο σεφ της βασίλισσας, και γράφεις «αυθεντικές γεύσεις σε ψαγμένη, μη τουριστική ταβέρνα».
Εν τω μεταξύ, ο ταβερνιάρης σε κοιτάει σαν εξωγήινο κι ετοιμάζεται να σου χρεώσει το ψωμί όσο κάνει ένα μεταχειρισμένο μηχανάκι. Εσύ όμως εκεί, ακλόνητος! Αν δεν μάθει το σύμπαν ότι έφαγες χταπόδι, καλαμάρι και γαύρο μαρινάτο στο νησί, πάει χαμένη η μέρα, χάλασε το καλοκαίρι.
Το μεγάλο πανηγύρι, όμως, γράφεται στο δωμάτιο. Αντί να πέσεις σαν πουλάκι από τον αχρείαστο κάματο της μέρας, ξενυχτάς χαζεύοντας τα προφίλ των άλλων. Βλέπεις τον παλιό σου συμμαθητή σε σκάφος στις Κυκλάδες και σκας από τη ζήλια σου. Ανεβάζεις αμέσως βιντεάκι από το πρωινό, γράφοντας «Blessed» («Ευλογημένος» δηλαδή), ενώ δίπλα η παρέα σου ροχαλίζει κι… αερίζεται αφήνοντας την εσάνς της σκορδαλιάς, που τσάκισε στο ταβερνείο εψές αργά. Και, φυσικά, οι κώνωπες οι ανωφελείς σε πάνε εμπλοκή.
Ξεπλένεις την αμηχανία σου με λίγο ακόμα σκρολάρισμα, μετρώντας τις αντιδράσεις των συναδέλφων που σου έβαλαν «εξοργισμένη» φάτσα. Τάχα μου δήθεν εκείνοι πήζουν στη δουλειά κι εσύ είσαι μέσα στη χλιδή και την ξεκούραση. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως περνούσες καλύτερα σπίτι σου παρά σε ένα πανάκριβα νοικιασμένο κλουβί που μυρίζει μούχλα. Γυρνάς στην Αθήνα πιο κομμάτια, πιο απένταρος και πιο άδειος από ποτέ, αλλά με γεμάτο το κινητό. Μια τρύπα στο νερό μεν, αλλά είναι θαλασσινό, αιγαιοπελαγίτικο.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»


