Η εισβολή 80.000 Μαροκινών λαθρομεταναστών στην Θέουτα (τον έναν από τους δυο θύλακες της Ισπανίας στην Αφρική) προκάλεσε σίγουρα χάος (με νεκρούς, ανάπτυξη του στρατού και διαδηλώσεις και αντι-διαδηλώσεις στους δρόμους) αλλά και σοβαρή πολιτική κρίση μεταξύ Ιταλίας και Ισπανίας επίσης, με την προσωποποιημένη αντιπαράθεση της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι με τον Ισπανό ομόλογό της Πέδρο Σάντσεθ να γράφει πρωτοσέλιδα έκτοτε.
Οχι απλώς για την πολιτική ουσία της διαφοράς (με την Ιταλία να αναστέλλει προσωρινά την εφαρμογή της Συνθήκης Schengen, κατηγορώντας την Ισπανία για υποχωρητικότητα έναντι των «εισβολέων», υποστηριζόμενη μάλιστα από κυβερνήσεις σε όλο το μήκος του ιδεολογικού φάσματος της Ευρώπης, από την Τσεχία του «συντηρητικού»» Andrej Babiš έως τη Δανία της «προοδευτικής» Mette Frederiksen), αλλά πρωτίστως για τη θεληματική οξύτητα της αντιπαράθεσης, την οποία ο διεθνής Τύπος απέδωσε στις ante portas εκλογές των δύο πρωθυπουργών (αμφότερες το 2027) και στην ανάγκη συσπείρωσης των πολιτικά ετερώνυμων οπαδών τους μέσα από ένα θέμα που κατεξοχήν τους διαιρεί και τους φορτίζει.
Ετσι, για την κυρία Μελόνι ειπώθηκε ότι έχει πλέον ένα νέο κόμμα να την απειλεί στα δεξιά της (το Futuro Nazionale του δημοφιλούς απόστρατου στρατηγού Roberto Vannacci), πράγμα που την υποχρεώνει να ακούγεται στεντόρεια, ενώ, για τον κ. Σάντσεθ, ότι κυβερνά εδώ και χρόνια σαν κυβέρνηση μειοψηφίας και οφείλει να έχει ενωμένη την κάθε λογής «αριστερή του συνοδοιπορία» και τι καλύτερο από λίγη ανοχή προς τους λαθραίους;
Εντούτοις, αν και το γενικό πλαίσιο της ανάλυσης είναι ορθό και η οξύτητα της αντιπαράθεσης εντάσσεται πράγματι σε έναν ορισμένο εκλογικό κύκλο και για τους δύο πολιτικούς, η έμφαση είναι εσφαλμένη. Η κυρία Μελόνι, ως προπορευόμενη των αντιπάλων της στις δημοσκοπήσεις, κάνει χρήση της αντιπαράθεσης αμυντικά, για να μη χάσει το πλεονέκτημα που έχει – όμως η «άμυνά» της δεν είναι έναντι του κ. Vannacci. Αντιστρόφως, ο κ. Σάντσεθ, ως υπολειπόμενος των αντιπάλων του στις δημοσκοπήσεις, κάνει χρήση της αντιπαράθεσης επιθετικά, για να αποκτήσει το πλεονέκτημα που δεν έχει – όμως η «επίθεσή» του δεν αφορά τους «συνοδοιπόρους» του.
Τελικά, η αντιπαράθεση για την Ceuta ενέχει ένα ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό συμβολισμό που λειτουργεί διαφορετικά για τους δύο πρωθυπουργούς. Ετσι, για να προτάξει κανείς την κυρία Μελόνι, είναι γεγονός ότι εδώ και μερικούς μήνες έχει βρει στα δεξιά της ένα νέο κόμμα, το Futuro Nazionale, του δημοφιλούς απόστρατου στρατηγού Roberto Vannacci, το οποίο δείχνει να συγκεντρώνει, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ένα ποσοστό της τάξης του 6%-7% – όμως αποτελεί μύθευμα ότι η κυρία Μελόνι «απειλείται» από το κόμμα αυτό.
«Ανεπαρκώς δεξιά»
Και ο λόγος, βέβαια, είναι ότι μπορεί το κόμμα του κ. Vannacci να έχει προέλθει από τον ίδιο τον τριμερή κυβερνητικό συνασπισμό (ο οποίος αποτελείται από τα «Αδέλφια της Ιταλίας» της κυρίας Μελόνι, τη «Lega» του κ. Salvini και το παλαιό κόμμα του κ. Berlusconi, Forza Italia), με τα περισσότερα στελέχη του να είναι πρώην στελέχη του κ. Salvini και μπορεί ο ίδιος ο κ. Vannacci να πλάσαρε το κόμμα του ρητά σε αντίστιξη με την κυβέρνηση, την οποία χαρακτήρισε «ανεπαρκώς δεξιά», όμως, παρά το 6%-7% που δίνουν οι δημοσκοπήσεις ο τριμερής κυβερνητικός συνασπισμός παραμένει σταθερά πάνω από το 40%, πράγμα που περίπου εγγυάται νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία – εάν ο κ. Vannacci παίρνει από κάπου ψήφους είναι η «Lega» του κ. Salvini, πάντως όχι το κόμμα της κυρίας Μελόνι, ούτε σε ποσοστά που να μπορούν να απειλήσουν τον τριμερή συνασπισμό γενικότερα.
Με άλλα λόγια, η ηχηρή αντιπαράθεση που επιδίωξε η κυρία Μελόνι με αφορμή την Θέουτα δεν είχε ως ακροατήριο τους λίγους ζηλωτές που μπορεί να στηρίξουν τον κ. Vannacci, αλλά το ευρύτερο εκλογικό σώμα που αντιλαμβάνεται ότι η κυρία Μελόνι πρόσφερε μεν «σταθερότητα», αλλά όχι «ανατροπή»: η ζωή δεν άλλαξε προς το χειρότερο (όπως συμβαίνει συχνά στην Ιταλία), αλλά δεν έκανε ούτε «limit-up». Πράγμα που σημαίνει ότι για την κυρία Μελόνι ο κίνδυνος δεν είναι ο κ. Vannacci αλλά η συνειδητοποίηση ότι συντηρητικά πορευόμενη δεν άλλαξε τα πράγματα, συνειδητοποίηση που μπορεί να ενταθεί δραματικά εάν η Γαλλία εκλέξει την κυρία Λεπέν τον προσεχή Μάιο και η νέα πρωθιέρεια της Δεξιάς αποδειχθεί ριζοσπαστικότερη.
Τελικά, η ηχηρή αντιπαράθεση με τον κ. Σάντσεθ επιχειρεί να θυμίσει ότι η κυρία Μελόνι ανήκει στους ριζοσπάστες της πολιτικής, γιατί η Ιταλία το έχει ξεχάσει. Οσο για τον κ. Πέδρο Σάντσεθ, εάν υπάρχει ένα στέρεο συμπέρασμα για την ισπανική πολιτική είναι ότι μπορεί να κυβερνά ως μειοψηφία ακόμα για χρόνια, γιατί μπορεί να υπολείπεται πάντοτε εκλογικά του κεντροδεξιού Partido Polular, όσο όμως αυτό είναι εμμονικά ταγμένο να μη συνεργάζεται με την άκρα Δεξιά και το Vox του Santiago Abascal (που εκφράζει πλέον ένα 20% του εκλογικού σώματος), το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο κ. Σάντσεθ είναι να καλλιεργεί απλώς μια αριστερή «περσόνα ετερότητας» και να κυβερνά ως ηρωική μειοψηφία.
Οπως ακριβώς έκανε, δηλαδή, ρητά και ηχηρά (όταν άλλοι στην Ευρώπη έκαναν ότι δεν καταλαβαίνουν) με τους κ. Τραμπ και Netanyahu, και η αντιπαράθεση με την κυρία Μελόνι αποτελεί, ακριβώς, το τρίτο σκέλος μιας «τριπλής» εκλογικής συνταγής, στην οποία ο εχθρός τους εχθρού σου μοιάζει τελικά με τον καλύτερο φίλο σου.

