Υπάρχει κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πλέον το περιβόητο «επιτελικό κράτος». Ανακοινώνει ένα μέτρο για να διευκολύνει τους πολίτες και, πριν καλά καλά εφαρμοστεί, καταφέρνει να τους κάνει τη ζωή ακόμη δυσκολότερη.
- Γράφει ο Ανδρέας Καψαμπέλης
Οι 72 δόσεις για τις οφειλές από τέλη κυκλοφορίας παρουσιάστηκαν ως ανάσα. Με το «καλημέρα», όμως, η εφαρμογή τους συνοδεύεται από χάος, ελλείψεις πινακίδων και ταλαιπωρία για δεκάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες αυτοκινήτων και δικύκλων. Και κάπως έτσι η «διευκόλυνση» κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμα μία δοκιμασία αντοχής απέναντι στη γραφειοκρατία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οργανωτικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Διότι μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία δεν μπορεί να επικαλείται συνεχώς παιδικές ασθένειες, τεχνικές δυσκολίες και απρόβλεπτες δυσλειτουργίες. Οταν εξαγγέλλεις ένα μέτρο, έχεις στοιχειώδη υποχρέωση να έχεις προετοιμάσει τον μηχανισμό που θα το εφαρμόσει. Διαφορετικά, δεν κάνεις πολιτική. Κάνεις ανακοινώσεις.
Και δεν είναι το μοναδικό μέτωπο. Την ίδια στιγμή, όπως αποκαλύπτει σήμερα η «δημοκρατία», προχωρά η σταδιακή περιθωριοποίηση των μετρητών, με αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται αυτονόητες στα γραφεία της Αθήνας, αλλά αποκτούν εντελώς διαφορετική διάσταση στην ελληνική περιφέρεια. Εκεί όπου ηλικιωμένοι, κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών και μικρές επιχειρήσεις δεν ζουν μέσα στην ψηφιακή κανονικότητα που θεωρούν δεδομένη οι τεχνοκράτες των υπουργείων. Για την κυβέρνηση, όλα μπορούν να γίνουν μια εφαρμογή, ένας κωδικός, μια πλατφόρμα, μια ηλεκτρονική συναλλαγή. Για τον πολίτη, όμως, που βρίσκεται σε ένα χωριό χωρίς τραπεζικό κατάστημα, με προβληματικό δίκτυο και δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από την πλησιέστερη δημόσια υπηρεσία, η περιβόητη «ψηφιακή μετάβαση» μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ψηφιακό αποκλεισμό. Αυτό είναι τελικά το κοινό νήμα όλων αυτών των αποφάσεων: ένα κράτος που σχεδιάζει τη ζωή των πολιτών χωρίς να γνωρίζει πώς πραγματικά ζουν.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, ενώ οι πολίτες στήνονται σε ουρές, ψάχνουν πινακίδες, προσπαθούν να καταλάβουν τι ισχύει και προσαρμόζονται κάθε λίγο σε μια νέα κυβερνητική «μεταρρύθμιση», ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει απτόητος τις
καλοκαιρινές του βουτιές. Ασφαλώς και ένας πρωθυπουργός δικαιούται να κολυμπήσει και να ξεκουραστεί. Το πρόβλημα δεν είναι οι διακοπές του. Είναι η εικόνα μιας εξουσίας που μοιάζει ολοένα περισσότερο αποκομμένη από την καθημερινότητα εκείνων που κυβερνά. Από τη μία, η κυβέρνηση περιγράφει μια χώρα που εκσυγχρονίζεται με ταχύτητα. Από την άλλη, ο πολίτης συναντά ένα κράτος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να εφαρμοστούν οι ίδιες του οι αποφάσεις. Και αυτή η απόσταση είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που χωρίζει το Μέγαρο Μαξίμου από οποιαδήποτε παραλία επιλέγει ο πρωθυπουργός.
Τελικά το πραγματικό κυβερνητικό φιάσκο δεν είναι ότι λείπουν οι πινακίδες. Είναι ότι, ύστερα από επτά χρόνια «επιτελικού κράτους», εξακολουθεί να λείπει η επαφή με την πραγματικότητα. Και όσο οι πολίτες βουλιάζουν στην ταλαιπωρία, ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίζει τις βουτιές του. Μόνο που κάποια στιγμή θα πρέπει να βγει στην επιφάνεια και η κυβέρνησή του.
Από τη στήλη «κοριός» της «Δημοκρατίας»
