Ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι ένας ερμηνευτής που δεν μπορείς να τον κατατάξεις εύκολα. Είναι λαϊκός τραγουδιστής, αλλά όχι μόνο. Δεν είναι π.χ. Γονίδης. Τραγούδαγε την καψούρα, όμως δεν είναι Παντελίδης. Εκανε τα μουσικά του ανοίγματα κι έπαιρνε τα ρίσκα του, ακόμα και στη ραπ ή στο heavy metal, αλλά δεν μπορούσες να του φορέσεις ταμπέλα.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Ο Μαζωνάκης δεν ανήκει σε καμία κατηγορία και είναι σε όλες μαζί ταυτόχρονα. Γεννήθηκε, μεγάλωσε κι έγινε φίρμα παραμένοντας ένα λαϊκό παιδί, παρά τη δημοφιλία του και την αγάπη που γνώρισε από τον κόσμο.
Λατρευτός σε όσους εξέφραζε με τη μουσική του, συμπαθής ακόμα και σε αυτούς που δεν τον άκουγαν στα νυχτερινά κέντρα, έχασε προχθές τη ζωή του, με τις συνθήκες θανάτου του να διερευνώνται από τις Αρχές, κι ενώ ήδη έχουν ειπωθεί πολλά για όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες του.
Οι σκληρές ιστορίες με μέλη της οικογένειάς του είναι γνωστές κι έχουν αναφερθεί πολλάκις, τόσο στο παρελθόν όσο και αυτά τα δύο 24ωρα. Οπως, βέβαια, και οι «δαίμονες» με τους οποίους πάλευε κατά καιρούς ο ίδιος. «Είναι μία δοκιμασία που μου βάζει ο Θεός για να δει αν αλλαξοπιστήσω. Είμαι γεννημένος για να ενώνω τα πράγματα για το καλό και όχι να δημιουργώ κακές ενέργειες και δυνάμεις» έλεγε το 2024 για τη δικαστική του διαμάχη με την αδερφή του.
Σήμερα, όμως, θα δούμε κυρίως ποιος ήταν ο «άγνωστος» Γιώργος Μαζωνάκης. Ο «αληθινός», κατά το ορθότερο. Ο σταρ, δηλαδή, που πήγαινε τακτικά στο αγαπημένο του σουβλατζίδικο, «στου Παναγιώτη», απέναντι από το γήπεδο της Προοδευτικής, για να φάει το αγαπημένο του μπιφτέκι με σάλτσα. Ηξερε ότι εκεί οι θαμώνες δεν θα τον ενοχλούσαν ποτέ. Τον αντιμετώπιζαν με απλότητα. Δεν ήταν ο διάσημος τραγουδιστής, αλλά το γειτονάκι. Ο κόσμος σεβόταν ότι ήταν εκεί, μαζί τους.
Ο Μαζωνάκης μεγάλωσε στη Νίκαια, αν και διάστημα της ζωής του το πέρασε και στην Πάτρα, όπου τραγούδαγε. Πρωτοέκανε θόρυβο εκεί στη γειτονιά του, όταν -πιτσιρικάς ακόμα- πήγε και τραγούδησε στο τέρμα της Καστέλας, στη στροφή, εκεί στην οδό Παπαναστασίου, σε οικογενειακή ταβέρνα της περιοχής. Ηταν τότε που άρχισαν να λένε «πάμε να ακούσουμε τον μικρό που τραγουδάει καλά Διονυσίου». Μπορεί να ήταν και 15-16 χρονών ακόμα.
Απλοί άνθρωποι και οι γονείς του, ο Μαστρομανώλης, όπως τον φώναζαν στο Πέραμα, στην επισκευαστική. Ούτε αυτός εγκατέλειψε την περιοχή του, ακόμα κι όταν έγινε πρώτο όνομα ο γιος του. Στα δυτικά προάστια ο Μαζωνάκης βοηθούσε επί χρόνια φτωχό κόσμο. Εκτιμούσε τα μέρη όπου γεννήθηκε και είχε συμπάθειες στην περιοχή. Και ο ίδιος, άλλωστε, από τη φτωχολογιά προήλθε.
Οταν με το που ενηλικιώθηκε πήγε στην Πάτρα για να δουλέψει, τα μόνα του εφόδια -εκτός από τη φωνή του- ήταν το στρώμα για να κοιμάται σε ένα δωμάτιο και τα ρούχα του, δεν είχε τίποτε άλλο. Μόνο τα όνειρά του. Στα κέντρα δεν ξέχναγε ποτέ τους φίλους τους, τους συμμαθητές του, από τη γειτονιά του στον Ηράκλειτο της Κοκκινιάς.
O Μαζωνάκης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ο τραγουδιστής με τα χίλια πρόσωπα». Μπορούσε εύκολα και επιτυχημένα να κάνει άλματα από το έντεχνο στο λαϊκό ή και σε άλλα είδη και τα έκανε δικά του, με τον δικό του τρόπο και χωρίς να «χαλάει» τα τραγούδια. Ηταν μια κατηγορία μόνος του. Δύσκολα άλλος θα μπορούσε να κάνει αυτά τα περίεργα ντυσίματα ή τις εκκεντρικές εκδοχές στις εμφανίσεις του και να γίνει αποδεκτός χωρίς να προκαλέσει το κοινό αίσθημα και την απαξίωση.
Αξιοποιούσε τα social media ακόμα και με διάφορες συνταγές και πρωινά, ενώ έριχνε και αινιγματικές ατάκες. Μετά τις περιπέτειες που είχε εμφανίστηκε με κεράσματα για τους θαυμαστές του που περίμεναν στο κρύο για να τον στηρίξουν και τους χαιρετούσε έναν έναν, πριν από δυο τρία χρόνια είχε τραγουδήσει ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου στις γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, χωρίς κάμερες.
Κατά πληροφορίες τον είχαν δει πρόσφατα στο Λουτράκι, όπου μάλλον είχε βρει καταφύγιο το τελευταίο διάστημα, σε μια βίλα, ψηλά, με θέα τον Κορινθιακό. Εκεί ήταν το ησυχαστήριό του, μέσα «στη μοναχικότητά του», όπως ο ίδιος συνήθιζε να αποκαλεί τη μοναξιά. Ισως εκεί να φωτογραφήθηκε τον Ιούλιο ως «αγρότης μόνος ψάχνει», με ένα κλαδευτήρι.
Οσοι παρακολουθούσαν στενά την καριέρα του θυμούνται πως δεν υπήρξε ούτε ένα καλοκαίρι που να μη δώσει συναυλία στο Κατράκειο. Για να δώσει την ευκαιρία στον κόσμο στις γύρω περιοχές να τον δει, ανάμεσά τους να τον καμαρώνει και η μητέρα του η Κλειώ. Τα δύο τοπ ονόματα των τελευταίων τριών δεκαετιών στο λαϊκό τραγούδι θεωρούνται ο Νότης Σφακιανάκης και ο Γιώργος Μαζωνάκης. Είναι τα δύο ιερά τέρατα της νύχτας, που θα μπορούσαν να κρατήσουν άνετα ένα πρόγραμμα δύο τριών ωρών παίζοντας μόνο τις επιτυχίες τους, τα μεγάλα τους σουξέ.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης «έφυγε» γεμάτος δόξα, καταφέρνοντας να μείνει έξω από τα κοσμικά και τα ξεκατινιάσματα των καλλιτεχνών, αλλά κουβαλώντας τελικά πολλή πίκρα και ένα βαρύ φορτίο, ειδικά τα τελευταία χρόνια.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ
Καλλιτέχνης
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε στη Νίκαια τον Μάρτιο του 1972 κι έφυγε από τη ζωή προχθές, 9 Σεπτεμβρίου 2026. Καταγόταν από τη Σητεία της Κρήτης. Υπήρξε από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές της γενιάς του, με αμέτρητες επιτυχίες στο ενεργητικό του. Μεγάλωσε ακούγοντας κλασικά λαϊκά τραγούδια και πρώτη φορά τραγούδησε επαγγελματικά σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας το 1992. Ο πρώτος δίσκος του κυκλοφόρησε το 1993. Πραγματοποίησε πολλές εμφανίσεις και στο εξωτερικό, όπως στη Γερμανία, στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ κ.α. Κυκλοφόρησε 13 άλμπουμ. Απεβίωσε έπειτα από καρδιακή ανακοπή που υπέστη σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι κατά τη διάρκεια διαδικασίας πλασμαφαίρεσης, σε ηλικία 54 ετών. Οι συνθήκες θανάτου του βρίσκονται υπό διερεύνηση.
