Κλοιό στις συναλλαγές ελληνικών επιχειρήσεων με εταιρίες που εδρεύουν σε χώρες χαμηλής φορολογίας στήνει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), αναζητώντας περιπτώσεις όπου πίσω από τιμολόγια και πληρωμές στο εξωτερικό μπορεί να κρύβονται τεχνητή μεταφορά κερδών και περιορισμός του φόρου που καταβάλλεται στην Ελλάδα.
Στο ραντάρ βρίσκονται συναλλαγές με 42 χώρες και περιοχές που χαρακτηρίζονται κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Η λίστα κρύβει εκπλήξεις, καθώς δεν περιλαμβάνει μόνο τους γνωστούς «φορολογικούς παραδείσους», αλλά και χώρες με τις οποίες ελληνικές επιχειρήσεις πραγματοποιούν καθημερινά εμπορικές συναλλαγές, μεταξύ αυτών η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία.
Το ενδιαφέρον των φορολογικών Αρχών στρέφεται στις δαπάνες που δηλώνουν ελληνικές επιχειρήσεις από συναλλαγές με φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε αυτές τις δικαιοδοσίες. Μια τέτοια συναλλαγή δεν θεωρείται από μόνη της παράνομη, ούτε σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει φοροδιαφυγή. Μπορεί όμως να υποβληθεί σε αυστηρότερο έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πίσω από το τιμολόγιο υπάρχει πραγματική εμπορική δραστηριότητα. Για παράδειγμα, εάν ελληνική επιχείρηση εμφανίζει πληρωμή για συμβουλευτικές υπηρεσίες προς εταιρία με έδρα σε χώρα της λίστας, θα πρέπει να μπορεί να τεκμηριώσει ότι οι υπηρεσίες πράγματι παρασχέθηκαν και ότι το ποσό που καταβλήθηκε ανταποκρίνεται σε πραγματική επιχειρηματική συναλλαγή.
Το κρίσιμο σημείο για τις επιχειρήσεις είναι η τεκμηρίωση. Σε περίπτωση ελέγχου μπορεί να χρειαστούν συμβάσεις, αποδεικτικά τραπεζικών πληρωμών, παραστατικά διακίνησης προϊόντων, αλληλογραφία, στοιχεία για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και κάθε άλλο έγγραφο που αποδεικνύει ότι η συναλλαγή είχε πραγματικό οικονομικό αντικείμενο.
Η μεγαλύτερη παγίδα αφορά την αναγνώριση της δαπάνης. Εάν η επιχείρηση δεν καταφέρει να αποδείξει ότι η συναλλαγή είναι πραγματική, συνήθης και πραγματοποιήθηκε με πραγματικούς εμπορικούς όρους, η Εφορία μπορεί να μην αναγνωρίσει το συγκεκριμένο ποσό ως επαγγελματικό έξοδο. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η δαπάνη προστίθεται ξανά στα φορολογητέα κέρδη της επιχείρησης. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερος φόρος εισοδήματος, ενώ ανάλογα με τα ευρήματα του ελέγχου μπορεί να προκύψουν και οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις.
Ως κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς αντιμετωπίζονται, με βάση τη σχετική φορολογική νομοθεσία, εκείνα στα οποία ο συντελεστής φορολόγησης βρίσκεται στο προβλεπόμενο χαμηλό επίπεδο σε σχέση με τον αντίστοιχο ελληνικό. Για το φορολογικό έτος 2024 η σχετική απόφαση περιλαμβάνει 42 χώρες και περιοχές: Αγιος Ευστάθιος, Αλβανία, Ανατολικό Τιμόρ, Ανγκουίλα, Ανδόρα, Βανουάτου, Βερμούδες, Βόρεια Μακεδονία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι, Γιβραλτάρ (έως τις 30 Ιουνίου 2024), Γκέρνσεϊ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιρλανδία, Κατάρ, Κιργιστάν, Κόσοβο, Κύπρος, Λίχτενσταϊν, Μακάο, Μαλδίβες, Μαυροβούνιο, Μολδαβία, Μογγολία, Μονακό, Μπαρμπάντος, Μπαχάμες, Μπαχρέιν, Μπελίζ, Μπονέρ, Νήσοι Κέιμαν, Νήσοι Μάρσαλ, Νήσοι Τερκς και Κάικος, Νήσος του Μαν, Ουγγαρία, Παραγουάη, Σάμπα, Σαουδική Αραβία, Τζέρσεϊ, Τοκελάου και Τουρκμενιστάν.
