Σε μια επιμελώς σκηνοθετημένη επίδειξη διπλωματικής ευελιξίας από τη Νέα Υόρκη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να κεφαλαιοποιήσει την προσωπική του χημεία με τον Ντόναλντ Τραμπ. Μετατρέποντας την επετειακή εκδήλωση για τον έναν αιώνα διμερών σχέσεων σε βήμα τουρκικών διεκδικήσεων, ο πρόεδρος της γείτονος επιστράτευσε μια τακτική ταυτόχρονης κολακείας και πίεσης. Στόχος του παραμένει η άμεση απόσυρση των αμερικανικών περιορισμών που φημίζονται για το φρενάρισμα των εξοπλιστικών φιλοδοξιών της Άγκυρας, την ίδια στιγμή που προτάσσει ως δέλεαρ την αύξηση του εμπορικού όγκου.
Προτάσσοντας τον παράγοντα της προσωπικής οικειότητας ως τη μόνη αποτελεσματική ατμομηχανή των σχέσεων Ουάσιγκτον και Άγκυρας, ο Τούρκος ηγέτης δεν δίστασε να επενδύσει σε ένα ιδιαίτερα θερμό αφηγηματικό πλαίσιο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Χάρη στη συμβολή του ειλικρινούς και εξαιρετικού διαλόγου που έχουμε με τον πολύτιμο φίλο μου, τον πρόεδρο Τραμπ, έχουμε σημειώσει και συνεχίζουμε να σημειώνουμε σημαντική πρόοδο σε όλους τους τομείς των σχέσεών μας. Μετά τη συνάντησή μας με τον κ. Τραμπ στην Ουάσιγκτον πέρυσι, η επίσκεψή του στην ‘Αγκυρα τον Ιούλιο επιβεβαίωσε και ενίσχυσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη βαθιά συμμαχική μας σχέση. Της έδωσε νέα πνοή».
Πίσω από τις διακηρύξεις περί στρατηγικής συνέργειας στην ενέργεια, την αεροπλοΐα και την υψηλή τεχνολογία, διαφαίνεται η σταθερή επιδίωξη της τουρκικής πλευράς να παρακάμψει τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες των ΗΠΑ. Αναφερόμενος στα εξοπλιστικά προγράμματα και τη νατοϊκή συνοχή, ο Ερντογάν έθεσε το ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων με τρόπο που παραβλέπει τις αιτίες που τις προκάλεσαν, υπογραμμίζοντας: «Ένας από τους παραδοσιακά ισχυρότερους τομείς της εταιρικής μας σχέσης, η αμυντική βιομηχανία, πρέπει να αναπτυχθεί τόσο διμερώς όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Θέλουμε να αφήσουμε πλέον πίσω μας τα εμπόδια που δεν θα έπρεπε εξαρχής να υπάρχουν μεταξύ δύο συμμάχων και να αποκτήσουμε νέα δυναμική».
Παράλληλα, η ρητορική του εμπλουτίστηκε από την τακτική της αυτοπροβολής, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει την εικόνα μιας αυτόνομης στρατιωτικής δύναμης που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Κομπάζοντας για τις επιδόσεις της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε: «Το μερίδιό μας στις παγκόσμιες εξαγωγές αμυντικού υλικού έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 120% σε σύγκριση με πριν από πέντε χρόνια». Στο ίδιο διεκδικητικό μοτίβο, προσέφερε προοπτικές συμπαραγωγής ως αντάλλαγμα για την άρση του εμπάργκο, συμπληρώνοντας: «Πιστεύω ότι πολύ σύντομα θα βρεθούμε μεταξύ των δέκα πρώτων χωρών στον κόσμο στις εξαγωγές αμυντικής βιομηχανίας. Η εμβάθυνση της συνεργασίας μας με την Αμερική σε πολυδιάστατο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων συμπαραγωγής, θα είναι προς όφελος και των δύο πλευρών».
Επενδύοντας τέλος στον αυτοανακηρυχθέντα ρόλο της Τουρκίας ως «νησίδας σταθερότητας» σε μια εύφλεκτη περιφέρεια, ο Ερντογάν συνέδεσε την αμυντική ατζέντα με τον φιλόδοξο στόχο των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο διμερές εμπόριο. Προκειμένου να καταστήσει το πακέτο ελκυστικό για τα αμερικανικά κεφάλαια, υπενθύμισε τη δραστική μείωση της φορολογίας νομικών προσώπων για επενδύσεις από το 25% στο 12,5%, απευθύνοντας ανοιχτή πρόσκληση: «Λέμε στους επενδυτές: “Ελάτε να διαχειριστείτε τις δραστηριότητές σας από την Τουρκία”». Η τακτική αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια την προσπάθεια της Άγκυρας να ανταλλάξει οικονομικές διευκολύνσεις με κρίσιμες γεωπολιτικές και εξοπλιστικές υποχωρήσεις από την πλευρά της Ουάσιγκτον.
