Τα καυτά μέτωπα που στριμώχνουν τον Τραμπ
Ακρίβεια, πόλεμος και εκτεταμένη διαφθορά κάνουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ να χάνει τον ύπνο του - Κινδυνεύει να χάσει το Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου
Η αντίστροφη μέτρηση για τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου έχει ξεκινήσει και ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δοκιμασίες της δεύτερης θητείας του.
Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν για τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, αλλά και για τις κυβερνήσεις 36 πολιτειών, σε μια αναμέτρηση που αναμένεται να καθορίσει τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον για τα επόμενα δύο χρόνια. Τα τελευταία δημοσκοπικά δεδομένα σκιαγραφούν ένα δύσκολο περιβάλλον για τους Ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Σύμφωνα με νέα έρευνα του Associated Press και του NORC, που δημοσιεύτηκε στις 15 Οκτωβρίου, η πλειονότητα των ψηφοφόρων θεωρεί ότι ο Τραμπ δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα, καταγράφεται αυξημένη διάθεση για ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας.
Το πολιτικό πρόβλημα του Τραμπ δεν περιορίζεται σε μόνο ένα τομέα. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, οι υψηλές τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα, ο πόλεμος με το Ιράν προκαλεί ανησυχία και οι υποθέσεις που αφορούν πρόσωπα του στενού κυβερνητικού περιβάλλοντος αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για τη διαφάνεια και τη διαφθορά. Ομως αυτό που αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα της εκλογικής αναμέτρησης είναι και το κόστος ζωής.
Περίπου οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους που συμμετείχαν στην έρευνα AP-NORC δηλώνουν ότι η οικονομία ή η ακρίβεια συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα ζητήματα που θα επηρεάσουν την ψήφο τους. Σχεδόν το ίδιο ποσοστό αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του Τραμπ στο μέτωπο του κόστους ζωής, ενώ περίπου τα τρία τέταρτα εκφράζουν δυσαρέσκεια για την οικονομική του πολιτική. Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αντιμετώπιση της ακρίβειας αποτέλεσε βασική υπόσχεση του προέδρου. Η καθημερινή εμπειρία των πολιτών, ωστόσο, δεν συμβαδίζει απαραίτητα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Οι τιμές των καυσίμων, των τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών επηρεάζουν άμεσα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ενισχύοντας την αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας. Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στην αγορά του ντίζελ, το οποίο επηρεάζει όχι μόνο τις μετακινήσεις αλλά και τις εμπορευματικές μεταφορές, τη γεωργία και το κόστος παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ επιχειρεί να εμφανιστεί ως πρόεδρος που διαθέτει άμεσα εργαλεία παρέμβασης.
Η συμφωνία που ανακοίνωσε στις 9 Οκτωβρίου με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων ντίζελ εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια. Η προβλεπόμενη διάθεση ρωσικών ποσοτήτων και η προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων κυρώσεων αποσκοπούν στην ενίσχυση της προσφοράς και στον περιορισμό των πιέσεων στις τιμές. Η πρωτοβουλία, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικές αβεβαιότητες.
Η ανακοίνωση μιας συμφωνίας δεν εγγυάται ότι οι ποσότητες θα φτάσουν εγκαίρως στις αγορές ούτε ότι η αύξηση της προσφοράς θα μεταφραστεί σε αισθητή μείωση των τιμών στην αντλία. Επιπλέον, η προσέγγιση με τη Μόσχα δημιουργεί πολιτικές αντιφάσεις, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δυτικές κυρώσεις αποτελούν βασικό εργαλείο πίεσης προς τη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Δυσαρέσκεια
Η οικονομική δυσαρέσκεια συνδέεται άμεσα με τη διεθνή κατάσταση. Ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος έχει εισέλθει στον όγδοο μήνα, αποτελεί ένα ακόμη σημείο πολιτικής πίεσης για τον Λευκό Οίκο. Η διάρκειά του έρχεται σε αντίθεση με τις αρχικές προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί για μια πολύ συντομότερη σύγκρουση. Μόλις το 69% των Ρεπουμπλικάνων που συμμετείχαν στην έρευνα εγκρίνει τους χειρισμούς του προέδρου στην εξωτερική πολιτική.
Το εύρημα υποδηλώνει ότι, παρά τη γενικότερη στήριξη που εξακολουθεί να απολαμβάνει από τη βάση του, η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς και στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους. Οι γεωπολιτικές εντάσεις επιβαρύνουν παράλληλα την ενεργειακή αγορά, ενισχύοντας την αβεβαιότητα γύρω από τις διεθνείς ροές πετρελαίου και καυσίμων. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι για κρίσιμες εμπορικές οδούς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, δυσχεραίνουν την προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να εξασφαλίσει σταθερές τιμές.
Η έρευνα των AP – NORC, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 12 Οκτωβρίου σε δείγμα 1.119 ενηλίκων, μεταξύ των οποίων 925 εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι, αποτυπώνει μια ευρύτερη απαίτηση για αλλαγή. Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες επιθυμούν ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της χώρας, ενώ περίπου τρεις στους δέκα ζητούν πλήρη ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης.
Περίπου οι μισοί ψηφοφόροι δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν οι Δημοκρατικοί να ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία, έναντι περίπου τεσσάρων στους δέκα που επιθυμούν τη διατήρηση του ελέγχου από τους Ρεπουμπλικάνους. Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται περισσότερο κινητοποιημένοι εν όψει της κάλπης: περίπου τα τρία τέταρτα θεωρούν εξαιρετικά σημαντική τη συμμετοχή τους, έναντι περίπου έξι στους δέκα Ρεπουμπλικάνους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν ισχυρό ρεύμα υποστήριξης. Η εικόνα του κόμματος παραμένει προβληματική για σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης, ενώ αρκετοί ψηφοφόροι εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσο μια αλλαγή εξουσίας θα οδηγήσει σε ουσιαστικές λύσεις.
Ωστόσο, η δυσαρέσκεια απέναντι στους Ρεπουμπλικάνους και η μεγαλύτερη κινητοποίηση των αντιπάλων τους δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένου εκλογικού κινδύνου για τον Τραμπ. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, ο πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος ακόμη και με πιθανές έρευνες για την κυβέρνηση και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του στενού του περιβάλλοντος.
Ο ρόλος της υπόθεσης Γκίλφοϊλ
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει πιέσεις στο μέτωπο της διαφάνειας. Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, μετά τη δημοσιοποίηση καταγγελιών που αφορούσαν τη δραστηριότητά της, έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διαφθοράς και των σχέσεων μεταξύ πολιτικής εξουσίας και ιδιωτικών συμφερόντων. Η πολιτική ζημιά είναι ήδη εμφανής, καθώς η υπόθεση εξελίσσεται σε περίοδο κατά την οποία η κοινή γνώμη εμφανίζεται ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στη διαφθορά.
Σε δημοσκόπηση της Gallup τον Σεπτέμβριο, το 89% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι η διαφθορά στην αμερικανική κυβέρνηση είναι εκτεταμένη, ποσοστό αυξημένο κατά δέκα μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η υπόθεση αποκτά πρόσθετη πολιτική διάσταση λόγω των προηγούμενων σχέσεων της Γκίλφοϊλ με την οικογένεια Τραμπ, καθώς υπήρξε επί χρόνια σύντροφος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
Ο πρόεδρος επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την προσωπική τους σχέση, δηλώνοντας ότι δεν ήταν μέλος της οικογένειάς του και ότι η απόφαση συνδεόταν με όσα δημοσιεύονταν για εκείνη. Παράλληλα, η απομάκρυνση και η παραίτηση άλλων στελεχών της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ ενισχύουν την εικόνα μιας διοίκησης που αντιμετωπίζει επαναλαμβανόμενες κρίσεις. Για τους Δημοκρατικούς, η υπόθεση Γκίλφοϊλ αποτελεί αφορμή για να εντείνουν τις επιθέσεις τους κατά του προέδρου και του στενού του περιβάλλοντος, προαναγγέλλοντας ενδεχόμενες έρευνες εάν ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
