Η διπλή «λεηλασία» των ιερών κειμηλίων της Μακεδονίας
Η «Θ» ιχνηλατεί μια σκοτεινή ιστορία αρχαιοκαπηλίας, ψεμάτων και δράσης Βουλγάρων πρακτόρων
Αξίας έως δύο δισεκατομμυρίων ευρώ είναι, σύμφωνα με εκτιμήσεις Βουλγάρων επιστημόνων, τα χειρόγραφα και τα κειμήλια που άρπαξαν οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής του 1916-18 από μονές της Μακεδονίας και της Θράκης και εξακολουθούν να βρίσκονται παρανόμως στη Σόφια. Αυτά αποτελούν ωστόσο μόνο ένα τμήμα όσων έκλεψαν οι Βούλγαροι και μόνο ένα… κλάσμα της ζημιάς του προκάλεσαν στη χώρα μας!
Η «Θ» αναδεικνύει με τη βοήθεια του καθηγητή Ιστορίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Γεωργίου Παπάζογλου -μελετητή των θλιβερών γεγονότων του 1916-18 και κορυφαίου γνώστη τους- το εύρος της βουλγαρικής λεηλασίας. Αναδεικνύει συνάμα το εύρος των ευθυνών της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την -όπως όλα δείχνουν- μόνιμη απώλειά των τεράστιας αξίας κειμηλίων – παρά τα αντιθέτως λεγόμενα του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του. Παράλληλα ξετυλίγει τον περίπλοκο μίτο μιας σκοτεινής ιστορίας αρχαιοκαπηλίας, ψεμάτων αλλά και παρασκηνιακής δράσης… πρακτόρων για να «νομιμοποιηθεί» -και με τη συμβολή ελλήνων επιστημόνων- από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα η κατοχή των κλεμμένων.
Τα γεγονότα επανήλθαν στη δημοσιότητα με την παράδοση (στις 3/10) στη Σόφια των οστών του βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, κίνηση για την οποία η Αθήνα, που χειρίστηκε το θέμα καθαρά επικοινωνιακά, πανηγύρισε, παρότι εισέπραξε ως αντάλλαγμα μόνο μερικές δεκάδες από τα συνολικά εκατοντάδες κλεμμένα κειμήλια – και την αόριστη «υπόσχεση» της Σόφιας ότι θα συζητήσει μελλοντικά για τυχόν επιστροφή περισσότερων!
Κρατική πειρατεία
Όπως επισημαίνει στη «Θ» ο κ. Παπάζογλου, οι λεηλασίες του 1916-18 ήταν ένα ευρύ πρόγραμμα κρατικής «πειρατείας», την οποία πραγματοποίησαν οι Βούλγαροι «στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για τον αφελληνισμό διεκδικούμενων από τη Σόφια περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης». Οι αρπαγές πραγματοποιήθηκαν από τον βουλγαρικό στρατό με τη συμμετοχή επιστημόνων, προεξάρχοντος του Τσέχου Βλαντιμίρ Σις, που αλώνιζαν στην ύπαιθρο και κατέγραφαν συστηματικά πολιτιστικούς θησαυρούς από μονές και αρχαιολογικούς χώρους, όπως αυτού των Φιλίππων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Σις βρέθηκε τον χειμώνα του 1916-17 στη μονή Παναγίας Εικοσιφίνισσας υποδυόμενος τον επιστήμονα και οι καλόγεροι του άνοιξαν τη βιβλιοθήκη και το σκευοφυλάκιο. Αφού είδε και αποτύπωσε τα πάντα, ο Σις επέστρεψε με Βούλγαρους στρατιώτες που παρίσταναν τους Τούρκους ατάκτους και λεηλάτησαν για πρώτη φορά το μοναστήρι αρπάζοντας εκατοντάδες κειμήλια, χειρόγραφα και παλαιότυπα (παλιά βιβλία τυπωμένα στη Δύση). Το καλοκαίρι του 1917 επέστρεψε για να «ολοκληρώσει» το έργο του. Τα κειμήλια και τα χειρόγραφα κατέληξαν στη Σόφια. Αντίστοιχες αρπαγές έγιναν και από τη μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών, καθώς και από μονές στην Ξάνθη, όπως από την Παναγία Αρχαγγελιώτισσα και την Παναγία Καλαμού.
Οι λεηλασίες των Βουλγάρων, όμως, δεν περιορίστηκαν στις μονές. Με την ίδια μανία «έπεσαν» και πάνω στη μεγάλη μουσουλμανική βιβλιοθήκη του Ιμαρέτ, του αιγυπτιακού ιεροδιδασκαλείου της Καβάλας, ενώ δεν γλίτωσαν ούτε οι αρχαιολογικοί χώροι των Αβδήρων, της Μαρώνειας και των Φιλίππων. «Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη υπήρχαν από τότε υποτυπώδη αρχαιολογικά μουσεία, τα οποία λεηλατήθηκαν. Οι Βούλγαροι έκαναν και ανασκαφές και ό,τι έβρισκαν το έστελναν στη Βουλγαρία», σημειώνει ο κ. Παπάζογλου.
Λεηλασίες και αρπαγές πραγματοποιήθηκαν και στην τρίτη βουλγαρική κατοχή, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (η πρώτη ήταν το 1912-13 κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και η δεύτερη το 1916-18 κατά τον Α’ ΠΠ). Στο πλαίσιο των προσπαθειών αφελληνισμού της διεκδικούμενης από τους Βουλγάρους ελληνικής επικράτειας, έγιναν εκτεταμένες σφαγές («δεν υπάρχει οικογένεια που να μην θρηνεί τουλάχιστον έναν νεκρό», υπογραμμίζει ο κ. Παπάζογλου), αλλά και βιασμοί, βιαιοπραγίες και καταστροφές κάθε είδους.
Αστρονομικά ποσά
Ποια ήταν, όμως, η αξία των κλεμμένων; Οι ζημιές από τις λεηλασίες μόνο στην Παναγία Εικοσιφίνισσα εκτιμήθηκαν το 1918 έπειτα από ανακρίσεις της Διεθνούς Διασυμμαχιακής Επιτροπής σε 579.995 δραχμές. Βάσει έρευνας του ομότιμου καθηγητή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ Βασίλη Ρηγίνου, η μέση τιμή μιας χρυσής λίρας το 1918 ανερχόταν σε 24,8 δραχμές – συνεπώς οι 579.995 δραχμές αντιστοιχούν σε 23.360 χρυσές λίρες (171 κιλά χρυσού), και σε περισσότερα από 19 εκατ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις αυτές, ωστόσο, αφορούν μόνο σε αρπαγές αγαθών (λάδι, κρασί και ζώα), καθώς και στα ποσά που λήστεψαν οι Βούλγαροι από τους μοναχούς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την αξία των πολιτιστικών θησαυρών.
Για μια καλύτερη εικόνα για το σύνολο των καταστροφών που προκλήθηκαν, να υπογραμμιστεί ότι η Βουλγαρία υποχρεώθηκε από τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27/11/1919) να πληρώσει συνολική αποζημίωση 2,25 δισεκατομμυρίων χρυσών γαλλικών φράγκων (659 τόνοι χρυσού), ποσό που με τους προβλεπόμενους τόκους του 5% και τους ανατοκισμούς -οι Βούλγαροι κατέβαλαν τελικά ένα ελάχιστο μέρος του- θα ανερχόταν σήμερα στο αστρονομικό ύψος των… 14 τρισεκατομμυρίων ευρώ!
Όσον αφορά τη σημερινή αξία των κλεμμένων βυζαντινών κειμηλίων από τις μονές της Μακεδονίας και της Θράκης, ο καθηγητής Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ, επί σειρά ετών διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Ιστορίας της Σόφιας, που διατέλεσε το 2009 – 2011 υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου, την εκτίμησε το 2015 σε δηλώσεις του στη βουλγαρική εφημερίδα «168 Ώρες» (φύλλο 45, 13-19/11/2015) σε πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. «Η πραγματική αξία τους είναι αδύνατον να εκτιμηθεί. Μπορεί ένα αντικείμενο να βγει σε πλειστηριασμό με τιμή εκκίνησης π.χ. τα 50.000 ευρώ και τελικά να πουληθεί για 100.000 ευρώ. Όλα εξαρτώνται από την προσφορά και τη ζήτηση. Δεν αποκλείεται να έφτανε η αξία των κειμηλίων τα δυο δισ. ευρώ», διευκρινίζει ο κ. Παπάζογλου.
Δημοπρασίες
Στην εκτίμησή του ο Ντιμιτρόφ αναφέρεται πάντως στα κλεμμένα που έχει ακόμη στην κατοχή της η Βουλγαρία – γιατί πολλά… έκαναν φτερά. Πρόκειται για έναν αδιευκρίνιστο αριθμό χειρογράφων, τα οποία υφάρπαξε ο προαναφερόμενος Σις, όταν μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α’ ΠΠ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μεταμφιεσμένος τη χώρα για να μην πέσει στα χέρια της Αντάντ. Μαζί με τη Βουλγάρα σύζυγό του μετέβη στη νεοσύστατη Τσεχοσλοβακία κι άρχισε να πουλάει χειρόγραφα μέσω ενός οίκου δημοπρασίας της Φρανκφούρτης. Τα κλεμμένα χειρόγραφα που εντοπίζονται κατά καιρούς (μεταξύ των οποίων και αυτά του Πρίνστον, που το αμερικανικό πανεπιστήμιο αρνείται να επιστρέψει) ανήκουν «κατά 99,9%», βεβαιώνει ο κ. Παπάζογλου, στα κλεμμένα του Σις!
Να σημειωθεί ότι ο άρπαγας είχε το τέλος που άξιζε. Μετά το 1945 κατηγορήθηκε στην Τσεχία για συνεργασία με τους Ναζί, καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη και τελικά πέθανε το 1958 πίσω από της φυλακής τα σίδερα! Η γυναίκα του πάντως, συνέχισε να πουλάει τα χειρόγραφα που είχε στην κατοχή της.
Κάποια άλλα από τα κλεμμένα κειμήλια επεστράφησαν το 1923 στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο της Συνθήκης του Νεϊγύ (άρθρα 125 και 126) η Βουλγαρία όφειλε να επιστρέψει στην Ελλάδα ό,τι είχε κλέψει. Τον Ιούλιο του 1923 επιστράφηκαν 259 χειρόγραφα και κώδικες, κυρίως από τη μονή Τιμίου Προδρόμου και μικρός αριθμός κειμηλίων και παλαιότυπων. Να σημειωθεί, ότι ελάχιστα από αυτά επιστράφηκαν στις μονές στις οποίες ανήκαν και ότι τα περισσότερα παραμένουν στην Αθήνα!
Παρά τα προβλήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το θέμα των λεηλασιών δεν πέρασε σε δεύτερη μοίρα, παρόλο που η Σόφια συνέχισε να κοροϊδεύει την Αθήνα παίζοντας «κρυφτό». ΟΙ έλληνες επιστήμονες, που έβλεπαν να εμφανίζονται σε δημοπρασίες διάφορα βυζαντινα χειρόγραφα, προφανώς εκ των κλεμμένων του Σις, μερίμνησαν για να δημιουργηθούν κατάλογοι των κλεμμένων. Αλλά η χώρα δεν ησύχασε, καθώς ακολούθησε ο Β’ ΠΠ, η Κατοχή και ο Εμφύλιος…
Ο «Μπόγκνταν»
Όσα κειμήλια δεν έκαναν φτερά ή δεν επεστράφησαν το 1923, παρέμεναν στη Σόφια, κρυμμένα επί σειρά ετών, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και άγνωστα για δεκαετίες στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, γνωστά όμως σε βούλγαρους ερευνητές και στους πράκτορες της κρατικής ασφάλειας της χώρας, ορισμένοι εκ των οποίων, όπως ο προαναφερόμενος Ντιμιτρόφ και η Αξίνια Τζούροβα, πρωτοστάτησαν αργότερα στη «νομιμοποίηση» των κλεμμένων κειμηλίων και αρχαιολογικών θησαυρών.

Ο Ντίμιτροφ σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και το 1974-75 φοιτούσε στο Ινστιτούτο Παλαιογραφίας του Παρισιού. Όπως έγινε γνωστό αργότερα, δρούσε τότε και ως μυστικός πράκτορας της κρατικής ασφάλειας με την κωδική ονομασία «Μπόγκνταν». Σε μια απόρρητη αναφορά του με ημερομηνία 25/3/1976 προς την Κρατική Ασφάλεια της Βουλγαρίας μέσω του χειριστή του με την κωδική ονομασία «Κρούμος», η οποία βρίσκεται στη διάθεση της «Θ», ο «Μπόγκνταν» περιγράφει πώς ήρθε σε επαφή με τα κλεμμένα: «Σε ένα από τα πρώτα μαθήματα με τον Παραμέλ, είχε αφεθεί πάνω στο τραπέζι μου ένας ανοιχτός τόμος του περιοδικού Byzantinoslavica, με το άρθρο του Ολιβιέ (σ.σ. αμφότεροι διακεκριμένοι Γάλλοι βυζαντινολόγοι και παλαιογράφοι) για ένα χειρόγραφο που είχε ανακαλύψει στην Πράγα, το οποίο προερχόταν από τη Βουλγαρία και ανήκε στο αρχείο της Κοζίνιτσα (σ.σ. έτσι αποκαλούν οι Βούλγαροι την Παναγία Εικοσιφίνισσα – προφανώς ένα χειρόγραφο από τα κλεμμένα του Σις). Είπα ότι άκουγα για πρώτη φορά γι’ αυτό το αρχείο και ζήτησα από τον Παραμέλ διευκρινίσεις…» Στη συνέχεια της αναφοράς, ο «Μπόγκνταν» σημειώνει: «Κατά την άποψη του Παραμέλ μπορούμε να δημοσιεύσουμε άφοβα το αρχείο, χωρίς να φοβόμαστε ότι μπορεί να κατηγορηθούμε για κλοπή: Η νέα βουλγαρική γενιά και οι σημερινές αρχές δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις πράξεις των φασιστών (σ.σ. των προ του κομμουνιστικού καθεστώτος) στρατηγών». Ακολούθως καταθέτει την προσωπική του γνώμη: «Δεν κερδίζουμε τίποτε κρατώντας μυστικό το αρχείο της Κοζίνιτσα. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία για τη βουλγαρική ιστορία, τον πολιτισμό και την τέχνη. (…) Γι’ αυτό προτείνω να προτείνουμε στο ελληνικό τμήμα (Παραμέλ και Ολιβιέ) να κάνουμε από κοινού έκδοση του αρχείου. Αυτό θα ανακόψει τις άδικες επιθέσεις. (…) Αφού ετοιμαστεί η έκδοση, να επιστρέψουμε τα χειρόγραφα στους Έλληνες, ανταλλάσσοντάς τα με δικά μας μνημεία πολιτισμού που βρίσκονται σε ελληνικά χέρια».
«Επιστράτευση» ακαδημαϊκών
Η αναφορά αυτή εμπεριέχει δυο πολύ σημαντικά στοιχεία:
1) Την παραδοχή του Ντιμιτρόφ για κλοπή των χειρογράφων, γεγονός που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την κατοπινή του στάση (όταν ο κομμουνισμός ήταν πια παρελθόν), όταν σε συνεντεύξεις του (π.χ. 11/11/15) διατύπωνε την άποψη ότι τα κλεμμένα ανήκουν «νομίμως» στη Σόφια και ζητούσε με προκλητικό τρόπο ως αντάλλαγμα για την επιστροφή τους στην Ελλάδα «να μας επιστρέψει η Ελλάδα τη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία του Αιγαίου»!
2) Την ανάγκη «επιστράτευσης» αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών προκειμένου να «νομιμοποιηθεί» η κατοχή των κλεμμένων από τη Σόφια δια της πλαγίας οδού άπαξ κι αυτά παρουσιαστούν επίσημα στην επιστημονική κοινότητα.
Ο Παραμέλ και ο Ολιβιέ μάλλον δεν… ενθουσιάστηκαν από την ιδέα να συμμετάσχουν στη «νομιμοποίηση» των κλοπιμαίων. Για αυτό αναζητήθηκε, καθ’ υπόδειξη του Ντιμιτρόφ, άλλος δρόμος: η συμβολή Ελλήνων επιστημόνων, όπως θα δούμε στη συνέχεια!
Ποιος είναι ο Γιώργος Παπάζογλου

Ο Γιώργος Παπάζογλου είναι καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας/ Iστορίας των Πηγών (Παλαιογραφίας και Kωδικολογίας) στο ΔΠΘ από το 1990 και υπήρξε πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ από το 1992 – 2010. Έχει μελετήσει εδώ και δεκαετίες όσο λίγοι το θέμα των κλεμμένων κειμηλίων και πρωτοστατεί επί σειρά ετών στο πλευρό της μητρόπολης Δράμας (αρχικά του μακαριστού μητροπολίτη Παύλου και εν συνεχεία του διαδόχου του Δωρόθεου) στον αγώνα για την επιστροφή των κλεμμένων στους τόπους από τους οποίους αποσπάστηκαν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθηγητής του ΔΠΘ διετέλεσε για πολλά χρόνια pro bono επιστημονικός συνεργάτης για το θέμα της μητρόπολης Δράμας, μονής Εικοσιφοινίσσης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις δικαστικές προσφυγές για την επιστροφή κλεμμένων χειρογράφων, ενώ συνέγραψε δεκάδες βιβλία και εργασίες για το θέμα δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Βραβεύτηκε για το έργο του επανειλημμένα από την Ακαδημία Αθηνών.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
ΠΗΓΗ: THITA NEWS
