Ολοι λένε ότι η Αθήνα από το μεσοκαλόκαιρο και μετά που «αδειάζει» (η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε αδειάζει) είναι χάρμα οφθαλμών και αξίζει να τη ζήσεις. Και μόλις το ξεστομίσουν, κλείνουν κάποια πανάκριβη τρύπα σε κατακαμένο από τoν ήλιο και την αλμύρα νησί και πάνε «διακοπές». Για «να χαρούν τη θάλασσα» και «να ξεκουραστούν». Κολοκύθια πάτερα. Δεν θα ξεκουραστούν. Απλώς θα προσθέσουν… εξωτικές και αχρείαστες υποχρεώσεις στον πολύμοχθο βίο τους.
Σε ελάχιστους, ωστόσο, πεφωτισμένους νόες γεννιέται κάθε χρόνο η ίδια, αυθόρμητη ιδέα να μείνουν σπίτι. Αυτό είναι και σφοδρή αντίσταση στη μόδα και εξελιγμένη στρατηγική επιβίωσης απέναντι σε έναν θεσμό, τις θερινές διακοπές, που έχει καταντήσει πιο κουραστικός κι από το εργασιακό στρες και τον κάματο που υποτίθεται πως «θεραπεύει».
Ο μέσος κάπελας του νησιωτικού τουρισμού έχει αναπτύξει, χωρίς πτυχίο οικονομικών, ένα σύστημα… δυναμικής τιμολόγησης που θα ζήλευαν και οι αεροπορικές εταιρίες. Ο καφές κοστίζει όσο και η βενζίνη που ξοδεύτηκε για να φτάσεις εκεί να τον πιεις. Η χωριάτικη έχει τρεις φέτες ντομάτας, μαραμένο αγγούρι, ταγκισμένο ηλιέλαιο, αντί για φέτα λευκό τυρί (προσφορά από σούπερ μάρκετ). Κι όλα τούτα σε τιμή αστακού. Κι όταν ζητήσεις τον λογαριασμό, σου φέρνουν δελτίο παραγγελίας, το οποίο δεν έχει καμία αξία (και τολμούν να το κάνουν, διότι υποθέτουν ότι μπορεί να είσαι χαϊβάνι και να πληρώσεις τον ΦΠΑ που αναφέρει το δελτίο παραγγελίας χωρίς εκείνοι να υποχρεούνται να τον αποδώσουν).
Ο ξενοδόχος, από την άλλη, έχει το δικό του θεατρικό ρεπερτόριο. Τον Μάιο σε καλωσορίζει σαν χαμένο συγγενή που γύρισε από τα ξένα, τον Ιούλιο σου ζητά προκαταβολή, και τον Αύγουστο, αν τολμήσεις να παραπονεθείς για την κλιματιστική μονάδα που βογκάει σαν γερασμένο τρακτέρ, σε ενημερώνει πως «έτσι είναι φέτος, όλοι γεμάτοι είμαστε». Ολοι γεμάτοι, μάλιστα, και όλοι δυστυχισμένοι, σφηνωμένοι σε δωμάτια δεκατεσσάρων τετραγωνικών με θέα σε κλιματιστικό γείτονα.
Ο υπερτουρισμός έχει μεταμορφώσει γραφικά χωριά σε υπαίθρια σούπερ μάρκετ όπου ψωνίζεις σέλφι. Η ουρά για ένα ηλιοβασίλεμα είναι μεγαλύτερη κι από αυτή στο ΚΕΠ. Ο τουρίστας σπρώχνεται ανάμεσα σε άλλους για να φωτογραφίσει έναν τόπο που κανείς πια δεν προλαβαίνει να δει, μόνο να τον αποθηκεύσει σε κάποιο cloud, για να τον καμαρώσει ίσως αργότερα, δηλαδή ποτέ.
Το άγχος τού «πρέπει να τα προλάβουμε όλα» μετατρέπει την ξεκούραση σε πρόγραμμα Ολυμπιακών Αγώνων: παραλία το πρωί, αρχαιολογικός χώρος το μεσημέρι στο ζενίθ του λιοπυριού, ταβέρνα το βράδυ, βόλτα στην πλατεία μετά και ύπνος τεσσάρων ωρών πριν ξεκινήσει η ίδια διαδρομή απ’ την αρχή. Ο ταξιδευτής της άδειας γυρίζει σπίτι πιο κουρασμένος απ’ όσο έφυγε, με μαυρισμένο δέρμα, αδειανός από δυνάμεις κι από λεφτά.
Κερασάκι στην τούρτα, ο καβγάς. Ο κλασικός, αναπόφευκτος, θερινός καβγάς μέσα στο αυτοκίνητο, με φόντο τη ζέστη, την κίνηση και τις γκρίνιες των παιδιών από πίσω. Καβγάς για τη διαδρομή, καβγάς για το πού θα φάνε, καβγάς για το ποιος ξέχασε τα αντηλιακά. Σχέσεις πολυετούς ανοχής καταρρέουν σε δεκαπέντε μέρες διακοπών, διότι περνούν πολύ χρόνο μαζί και διαπιστώνουν για τα καλά τι είδους οικογένεια σκάρωσαν.
Γι’ αυτό, φέτος, η πρόταση είναι απλή: παραμονή εν τω οίκω ημών. Ο ανεμιστήρ λειτουργεί προαιρετικώς. Αν θέλουμε, δηλαδή. Το κινητό σε αθόρυβη λειτουργία. Οι χωριάτικες που θα παρασκευάσομεν δεν θα είναι τσουρούτικες ούτε θα έχουν μαραμένα ζαρζαβατικά και ηλιέλαια. Αποφεύγονται τα λιοπύρια, τα ξεπαραδιάσματα, τα στριμώγματα και οι καβγάδες. Είναι σοφότατο, τελικά, το άσμα του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Θα κάτσω σπίτι».
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

