Σε πόσες, άραγε, γειτονιές της Ελλάδας άναψαν χθες οι φωτιές του Αη Γιαννιού του Κλήδονα; Τις τραγούδησε ο Δημήτρης Μητροπάνος σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου και μουσική του Δήμου Μούτση. «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές/του Αη Γιάννη, αχ πόσα ξέρεις και μου λες»…
Εμάς, στη γειτονιά μας, δεν χρειαζόταν να μας το πει κανείς. Λες και από μια μαγική δύναμη, λες κι ένα χέρι μάς χτυπούσε στην πλάτη από το πρωί της 23ης Ιουνίου, ετοιμάζαμε τη μεγάλη φωτιά για το βράδυ. Μαζεύαμε στη γωνία ό,τι ήταν για κάψιμο, κάτι δηλαδή σαν το κάψιμο του Ιούδα, αλλά όχι για «το καλό», αλλά για να ετοιμαστεί η φωτιά που θα την πηδούσαμε, για να βγούμε στο τέλος σχεδόν τσουρουφλισμένοι, μέσα στη μουντζούρα, με τα ματοτσίνορα καμμένα και τα ρούχα μας να μυρίζουν καπνιά, λες και ήμασταν μηχανοδηγοί στον «Μουντζούρη» της Κηφισιάς!
Και αφού μαζεύαμε τα ξύλα, πηγαίναμε όλοι στη Μαρίκα, την κόρη της κυρα-Ουρανίας, και της δίναμε το διακριτικό μας, δηλαδή εκείνο το σημαδάκι που, όταν θα έβγαινε από το βάζο, θα έφτανε η στιγμή για να ακουστεί το στιχάκι που μας αναλογούσε και που βρισκόταν συνήθως γραμμένο πίσω από τα κομματάκια των ημερών του επιτοίχιου ημερολογίου. Οπως εκείνο το ποιηματάκι που έλαχε στον Θανάση Βέγγο ποιητή «Στέφανο Αυγερινό», στην ταινία «Τύφλα να ΄χει ο Μάρλον Μπράντο!»…
Κι όταν νύχτωνε, έφερνε κάποιος από τους μεγάλους ένα μπουκαλάκι με βενζίνη ή νέφτι και έριχνε λίγο στα ξύλα, ύστερα άναβε ένα σπίρτο, το πετούσε στη φωτιά και σε χρόνο μηδέν φούντωνε και περιμέναμε να κάτσει για να αρχίσουμε να πηδάμε από πάνω της! «Ανοίξαμε τον Κλήδονα, να βγει η χαριτωμένη, ο Γιώργος μας τη Γιώργαινα την έχει φιλημένη» έλεγε ο αυτοσχέδιος ποιητής, δήθεν δίστιχο που «ταίριαζε» σε κάποιον που πηδούσε τη φωτιά εκείνη την στιγμή.
Κι ύστερα, το βράδυ αργά, που γυρνούσαμε σπίτι, καθώς την επομένη δεν είχαμε πλέον σχολείο, η μάνα μας μάς έκανε μπάνιο στην ξύλινη σκάφη (το 1960 αποκτήσαμε μπανιέρα), μας φορούσε καθαρό βρακάκι και ο πατέρας άρχιζε να μας λέει πώς οι αρχαίοι ημών πρόγονοι άναβαν τις δικές τους φωτιές για να τιμήσουν το ηλιοστάσιο ή τη θεά Αθηνά οι Αθηναίοι. Κατά τον πατέρα μας, τα πάντα που συνέβαιναν έπρεπε να έχουν αναφορά στην αρχαία Ελλάδα. Ισως να είχε δίκιο, αλλά, τότε, για εμάς προείχε να συζητήσουμε ποιος πήδησε πάνω από τις περισσότερες φωτιές ή πέρασε μέσα από αυτές και μέχρι ποιο σταυροδρόμι έφθασε και άλλα παρεμφερή.
Και του χρόνου να ’μαστε καλά, να τα ξαναθυμηθούμε…
Η ΑΚΙΣ
