➜ Ενας καταραμένος που δεν λυτρώθηκε ποτέ από τα πάθη του. Στην αναμέτρηση με τον εαυτό του, κυρίως, δεν ζήτησε ποτέ τη μεσιτεία της σύμβασης. Πιστός στην πολεμική μας καταγωγή, διέσωσε το αρχέτυπο της βίας, αλλά όχι με τον απωθητικό τρόπο των Γερμανών και της Νationalmannschaft που αποζητούν την ταπείνωση του άλλου.
- Του Γιώργου Χατζηδημητρίου
➜ Εκείνος, ακόμα και για τους αντιπάλους, το έκανε να μοιάζει μαγικό. Γι’ αυτό και μας αιχμαλώτισε τα έκθαμβα νιάτα. Το ζόρικο αλάνι του Μπέλφαστ. Το «πέμπτο Σκαθάρι». Ο Τζορτζ Μπεστ!
➜ Αυτός ο φλεγόμενος κομήτης που άναβε κάθε Σάββατο στα γήπεδα της Αγγλίας κι έσβηνε μετά μέσα σε ποτάμια αλκοόλ και στις παράφορες αγκαλιές των γυναικών που τις λάτρεψε και τον αποθέωσαν βιαστικά, γνωρίζοντας με τη φρόνιμη σοφία τους την εφήμερη λάμψη των πραγμάτων. Η ζωή όμως δεν θα άξιζε ούτε καν μια δεύτερη ματιά, αν απουσίαζε η αλητεία.
➜ Πολλοί θεωρούν ότι το να φτάνει κανείς στα άκρα είναι ένδειξη κακού γούστου. Ομως η φυσική ροπή των ανθρώπων τείνει προς τον ίλιγγο της πτώσης. Βαθμιαία και με μαγνητική έλξη, όλα συντελούν επίμονα στη φθορά. Εφορμούμε οι περισσότεροι κάθετα στη φρίκη. Μερικοί επιλέγουν να συντομεύσουν τη διαδρομή. Ακόμα πιο λίγοι το κάνουν με ταλέντο. Και ελάχιστοι όσοι φαίνεται να υποφέρουν υπερβολικά από την παρουσία του κι από τον αναχρονισμό των πνιγηρών συμβόλων… (Η Αγγλία είναι γεμάτη από τέτοια.) Επειδή γνωρίζουν ότι η έντονη εσωτερική ζωή δεν είναι ένας κλήρος που αναλογεί στους συντηρητικούς και τους λεπταίσθητους που ζούνε ακίνητοι με τον φόβο του θανάτου και είναι χωρίς να το ξέρουν επιληπτικοί δίχως εξάρσεις.
➜ Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής που έβγαλε ποτέ το «Νησί», το ίνδαλμα για κάποιους από μας των παιδικών μας χρόνων, ο Τζορτζ Μπεστ έφυγε από τη ζωή μόλις στα 59 του χρόνια στις 25 Νοεμβρίου του 2005.
➜ Αλήτης με τα όλα του και γόης, πρότυπο αρσενικού, λαμπερός αστέρας, τράβηξε τα πάθη του μέχρι τα όρια, ώσπου να καεί οριστικά εντός του μύθου του, όπως με μανία επεδίωκε. Ποτά, γυναίκες και γρήγορα αυτοκίνητα τον στροβίλιζαν έξω από τα λασπωμένα γήπεδα της Αγγλίας όπου χόρευε τις άμυνες των αντιπάλων. Το ποδόσφαιρο, άλλωστε, είναι το μπαλέτο των φτωχών και ο Μπεστ έδινε κάθε Σάββατο μοναδικές παραστάσεις.
➜ Τον ζωγράφιζα από μικρός, αενάως. Ξεσήκωνα τις ντρίμπλες του στην αλάνα της γειτονιάς και αργότερα στην εφηβική ομάδα της πόλης, ζηλεύοντας πάντα το πάθος και την ορμή του που τα σάρωνε όλα στον ασταμάτητο καλπασμό του προς τα αντίπαλα δίχτυα.
➜ Κι όταν έμαθα ότι πέθανε, δεν τον πένθησα. Κατέβασα αργά ένα ποτήρι στο μπαρ κι ευχήθηκα μέσα μου «καλό ταξίδι, Τζορτζ! Αν υπάρχει Θεός, όταν βρεθούμε, θα βάλω, αν επιτρέπεις, έναν γύρο στη μπάρα παρέα με τον γερο-Μπάσμπι…».
➜ ΥΓ.: Απ’ όλες τις ατάκες του, δείγμα μιας ευφυΐας που δεν έψαχνε σεμνότυφα προσχήματα για να αποκαλυφθεί, κράτησα τις εξής:
• «Αν με ρωτούσαν τι θα προτιμούσα, να παίξω σε ένα ντέρμπι με τη Λίβερπουλ ή να πήγαινα στο κρεβάτι με τη Μις Κόσμος, δεν θα ήξερα τι να απαντούσα. Τα έχω κάνει και τα δύο…»
• «Το 1969 έκοψα τις γυναίκες και το αλκοόλ. Ηταν τα χειρότερα 20 λεπτά της ζωής μου».
• «Αν είχα γεννηθεί άσχημος, κανείς δεν θα ήξερε τον Πελέ»!
Simply the best!
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «δημοκρατίας»
