Με την οικονομική δυσπραγία να σκιάζει -και φέτος- το πατροπαράδοτο έθιμο του οβελία, οι καταναλωτές, χαμένοι στο τούνελ των φόρων, αναζητούν φθηνό αρνάκι ή κατσικάκι προκειμένου να ρίξουν το κόστος του πασχαλινού τραπεζιού. Χθες, Μεγάλη Τετάρτη, η παρουσία του κόσμου στην αγορά της Βαρβακείου ήταν «αναιμική» και η επίσκεψη αναγνωριστική.
Οι περισσότεροι, χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι, περιφέρονταν διστακτικά στους διαδρόμους της Βαρβακείου, διαπιστώνοντας ότι ο σφιχτός οικογενειακός προϋπολογισμός δεν τους αφήνει πολλά περιθώρια για μεγάλα ανοίγματα. «Για ακόμα μία χρονιά οι σούβλες θα είναι… συνεταιρικές, δύο και τριών οικογενειών. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τις δύσκολες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, η αγορά κινείται ομαλά. Οπως και να ‘χει περιμένουμε κορύφωση της αγοραστικής κίνησης τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο» λέει στη «δημοκρατία» ο πρόεδρος των κρεοπωλών Βαρβακείου Κλεάνθης Τσιρώνης.
Οι καταναλωτές, με τις τσέπες σχεδόν άδειες, αδυνατούν να αγοράσουν ολόκληρο το αρνί και καταλήγουν στο… παϊδάκι για το ταψί και σε λίγα κομμάτια, αντί ολόκληρου οβελία για το παραδοσιακό σούβλισμα. «Εχω ήδη γυρίσει την αγορά τρεις φορές. Θα καταλήξω στο πιο φτηνό και αυτό θα είναι μισή μερίδα. Οι ακριβές τιμές με αναγκάζουν να μειώσω την ποσότητα» δηλώνει η Μαρία Κοτρίδου, η οποία βρέθηκε χθες το μεσημέρι στην κεντρική κρεαταγορά της Αθήνας.
Μικρές ποσότητες
Λιγότερα κιλά ή παϊδάκια θα πάρουν για τη Λαμπρή πολλές οικογένειες, όπως λέει ο γενικός γραμματέας της Βαρβάκειου Αγοράς Κυριάκος Δημητριάδης: «Οι καταναλωτές είναι συγκρατημένοι. Ολοένα και περισσότεροι παύουν να αγοράζουν αρνί και αρκούνται σε μικρές ποσότητες, αφού τους έχουν κόψει μισθούς και συντάξεις. Παίρνουν 2-3 κιλά παϊδάκια, δύο μπούτια για φούρνο ή γλυκάδια».
Η τιμή σε αρνί και κατσίκι κυμαίνεται μεταξύ 4,99-5,99 ευρώ το κιλό, ενώ κοκορέτσι και συκωταριές ξεκινούν από 2,99 ευρώ το κιλό.
Η Βαρβάκειος θα παραμείνει ανοιχτή για τους καταναλωτές της τελευταίας στιγμής, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, από τις 5 τα ξημερώματα έως τις 6 το απόγευμα.
Στ. Βασιλόπουλος


