Μια εξαιρετικά καλοκουρδισμένη εγκληματική μηχανή, που λειτουργούσε με τη βιτρίνα επενδυτικών σχημάτων με επαγγελματικά τηλεφωνικά κέντρα στα Τίρανα που ψάρευαν πελάτες κατάφερε να αποσπάσει το αστρονομικό ποσό των 50 εκατομμυρίων ευρώ από ανυποψίαστους πολίτες σε όλη την Ευρώπη, ανάμεσά τους και στην Ελλάδα.
Το εγκληματικό δίκτυο που εξαρθρώθηκε μετά από διετή έρευνα των αυστριακών και αλβανικών αρχών με την υποστήριξη της Europol, διέθετε ιεραρχική δομή που προσομοίαζε σε νόμιμη πολυεθνική εταιρεία. Το δίκτυο απασχολούσε έως και 450 υπαλλήλους, χωρισμένους σε εξειδικευμένα τμήματα διαχείρισης, οικονομικών, πληροφορικής και ανθρώπινου δυναμικού, ενώ οι «χειριστές» των θυμάτων λάμβαναν μηνιαίο μισθό περίπου 800 ευρώ μαζί με προοδευτικές προμήθειες για κάθε επιτυχημένη σύμβαση.
Η μεθοδολογία τους βασιζόταν στη δημιουργία μιας ψευδαίσθησης εμπιστοσύνης και επαγγελματισμού, με το προσωπικό να χωρίζεται σε ομάδες που μιλούσαν άπταιστα τη γλώσσα της εκάστοτε εθνικής αγοράς-στόχου, όπως τα ελληνικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Η προσέγγιση ξεκινούσε από παραπλανητικές διαφημίσεις επενδυτικών πλατφορμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες υπόσχονταν κέρδη. Μόλις το θύμα έκανε την αρχική εγγραφή, αναλαμβανόταν από τους «πράκτορες διατήρησης» που παρίσταναν τους έμπειρους επενδυτικούς συμβούλους. Αυτοί οι πράκτορες συχνά χρησιμοποιούσαν λογισμικό απομακρυσμένης πρόσβασης για να ελέγχουν πλήρως τις ηλεκτρονικές συσκευές των θυμάτων, ασκώντας έντονη ψυχολογική πίεση για διαρκώς μεγαλύτερες επενδύσεις, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν πραγματοποιούνταν ποτέ, αλλά κατέληγαν σε ένα περίπλοκο διεθνές σύστημα νομιμοποίησης εσόδων.
Το θράσος της οργάνωσης έφτανε στο σημείο να επικοινωνεί ξανά με άτομα που είχαν ήδη υποστεί οικονομικές ζημιές, προσφέροντας δήθεν υπηρεσίες ανάκτησης των χαμένων χρημάτων. Ζητούσαν από τους ενδιαφερόμενους να ανοίξουν λογαριασμούς σε πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και να καταθέσουν ένα αρχικό ποσό 500 ευρώ, εξαπατώντας τους για δεύτερη φορά. Η συντονισμένη δράση των αρχών οδήγησε στη σύλληψη 10 ατόμων και την κατάσχεση σχεδόν 900.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και εκατοντάδων υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων, βάζοντας τέλος σε μια υποδομή που είχε εξαπλώσει τα δίχτυα της από την Ιταλία και την Ισπανία μέχρι τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται από την Αυστρία, όταν τον Ιούνιο του 2023 εντοπίστηκε στη Βιέννη μεγάλος αριθμός θυμάτων που είχαν πέσει στην παγίδα του δικτύου. Οι αυστριακές αρχές, μέσω της Europol, απέστειλαν τον Απρίλιο του 2024 αίτημα στις αλβανικές αρχές για την ταυτοποίηση μιας ύποπτης διεύθυνσης IP, η οποία χρησιμοποιούνταν από τους δράστες στο έδαφος της Αλβανίας, γεγονός που σήμανε την έναρξη μιας εκτεταμένης έρευνας.
Η στενή συνεργασία και η υποστήριξη της Eurojust οδήγησαν σε μια μεγάλη, συντονισμένη επιχείρηση στις 17 Απριλίου 2026, κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν έφοδοι σε τρία τηλεφωνικά κέντρα και εννέα κατοικίες στα Τίρανα. Το αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη δέκα ατόμων και η κατάσχεση ενός εντυπωσιακού οπλοστασίου τεχνολογικού εξοπλισμού και μετρητών. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν 891.735 ευρώ σε μετρητά, 443 υπολογιστές, 238 κινητά τηλέφωνα και πλήθος ψηφιακών μέσων αποθήκευσης.
Θύματα έχουν εντοπιστεί σε ολόκληρο τον κόσμο —από την Ελλάδα, τη Γερμανία και την Ιταλία μέχρι τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο— όμως οι αρχές εκτιμούν ότι η πλήρης ανάλυση των κατασχεμένων ψηφιακών δεδομένων θα αποκαλύψει ακόμα περισσότερες περιπτώσεις.


