Η νέα έξαρση του ιού Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) μπορεί να προκάλεσε διεθνή ανησυχία, ωστόσο για την επιστημονική κοινότητα δεν αποτελεί έκπληξη. Ο Τζέιμς Μπαγκούμα, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Makerere της Ουγκάντας, είχε μελετήσει διεξοδικά τη συμβίωση των ανθρώπων με την άγρια ζωή στο Μπουντιμπούγιο —την περιοχή όπου εντοπίστηκε για πρώτη φορά, πριν από δύο δεκαετίες, το συγκεκριμένο στέλεχος που ευθύνεται για τη σημερινή κρίση.
Πρόκειται για τη 17η καταγεγραμμένη επιδημία στη ΛΔΚ από το 1976. Τα δεδομένα που παρουσίασε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, αποτυπώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης: 51 επιβεβαιωμένα κρούσματα του στελέχους Μπουντιμπούγιο, περίπου 600 ύποπτα περιστατικά και 139 θάνατοι, με τις προβλέψεις να δείχνουν περαιτέρω διασπορά.
Η «γέφυρα» της μετάδοσης και ο ρόλος των φρουτονυχτερίδων
Αν και η ακριβής εστία της μόλυνσης στην επαρχία Ιτούρι δεν έχει ταυτοποιηθεί, οι υποψίες στρέφονται στις φρουτονυχτερίδες, οι οποίες αφθονούν στην περιοχή και αποτελούν τη φυσική δεξαμενή του ιού. Η μετάδοση στον άνθρωπο γίνεται συνήθως μέσω ενδιάμεσων ξενιστών ή με απευθείας επαφή. Μιλώντας στο περιοδικό Nature, ο Μπαγκούμα ανέλυσε τους βασικούς παράγοντες που μετατρέπουν την περιοχή σε υγειονομική «μπαρουταποθήκη».
• Στενή γειτνίαση με την άγρια φύση: Οι τοπικές κοινότητες ζουν σχεδόν δίπλα σε εθνικά πάρκα. Οι κάτοικοι εισέρχονται σε αυτά για κυνήγι, ενώ πιθήκοι, μπαμπουίνοι και νυχτερίδες εισβάλλουν συχνά σε καλλιέργειες προς αναζήτηση τροφής, δημιουργώντας συνθήκες συνεχούς επαφής.
• Ανύπαρκτοι συνοριακοί έλεγχοι: Τα σύνορα μεταξύ Ουγκάντας και ΛΔΚ είναι εξαιρετικά χαλαρά, επιτρέποντας την ελεύθερη μετακίνηση πληθυσμών χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα.
• Εμπόριο και κατανάλωση «bushmeat»: Στις παραμεθόριες αγορές διακινείται τακτικά κρέας άγριων ζώων. Η παγιωμένη αντίληψη των ντόπιων ότι η κατανάλωσή του είναι ασφαλής επειδή δεν νοσούν αμέσως, δυσχεραίνει τις προσπάθειες αλλαγής συνηθειών.
Ο κρυφός κίνδυνος μέσα στα σπίτια
Πέρα από το κυνήγι, η απειλή κρύβεται και στο εσωτερικό των κατοικιών, όπου συχνά φωλιάζουν νυχτερίδες. Τα περιττώματα και τα ούρα τους μολύνουν επιφάνειες, νερό και τρόφιμα. Ο κίνδυνος αυξάνεται για τα μικρά παιδιά, τα οποία συνηθίζουν να καταναλώνουν φρούτα που έχουν μαζέψει από το έδαφος ή που είναι ήδη μισοφαγωμένα από τα θηλαστικά.
«Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να καθοδηγείς τον κόσμο. Πιστεύω όμως ότι έτσι ξεκινούν αυτές οι επιδημίες», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Μπαγκούμα.

