Ακόμα ένα τεστ αντοχής για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτέλεσε η κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, ύστερα από μία πενταετία διαδοχικών κρίσεων. Η τακτική έρευνα πεδίου της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας δείχνει ότι το σοκ ήταν ισχυρό στο επιχειρηματικό κλίμα, αλλά περιορισμένο στα θεμελιώδη μεγέθη του τομέα.
Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΤΕ, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο δυσμενέστερο σημείο της συγκυρίας, ο δείκτης εμπιστοσύνης των ΜμΕ υποχώρησε στις τέσσερις μονάδες, από 17 μονάδες το προηγούμενο εξάμηνο, προσεγγίζοντας επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της ενεργειακής κρίσης του 2022. Η επιδείνωση αποτυπώθηκε και στον στρατηγικό προσανατολισμό των επιχειρήσεων, με μόλις μία στις δύο να δηλώνει ότι στοχεύει σε ανάπτυξη, έναντι σχεδόν έξι στις δέκα το προηγούμενο εξάμηνο. Ωστόσο, η μετατόπιση αυτή δεν συνοδεύτηκε από στροφή προς στρατηγικές επιβίωσης, αλλά καλύφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από αύξηση των στρατηγικών σταθερότητας, παραπέμποντας κυρίως σε αυξημένη επιφυλακτικότητα και όχι σε ουσιαστική αποδυνάμωση της επιχειρησιακής βάσης των ΜμΕ.
Η ενεργειακή επιβάρυνση αποτέλεσε τη βασική πρόκληση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με την πλειονότητα να απορροφά την πίεση κόστους. Τα αναλυτικά ευρήματα της έρευνας ενισχύουν αυτή την ερμηνεία, καθώς δείχνουν ότι η υποχώρηση της εμπιστοσύνης συνδέθηκε πρωτίστως με την επανεμφάνιση πιέσεων στο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών. Αντίθετα, η επίδραση στη ζήτηση, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις επενδύσεις ήταν σαφώς ηπιότερη, επιβεβαιώνοντας ότι το γεωπολιτικό σοκ λειτούργησε κυρίως ως σοκ κόστους και όχι ως γενικευμένη διαταραχή της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Συγκεκριμένα, το 61% των ΜμΕ δήλωσε σημαντική επίδραση στο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών – ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από την αντίστοιχη επίδραση που καταγράφηκε στα υπόλοιπα βασικά πεδία λειτουργίας τους. Απέναντι στις πιέσεις αυτές η κυρίαρχη αντίδραση παρέμεινε η απορρόφηση του αυξημένου κόστους, με το 54% του τομέα να μην προχωρά σε ουσιαστική προσαρμογή. Το εύρημα υποδηλώνει αφενός ότι η συγκεκριμένη διαταραχή αντιμετωπίστηκε ως διαχειρίσιμη, αφετέρου όμως αναδεικνύει τα όρια της τιμολογιακής ευχέρειας των ΜμΕ, καθώς μεγάλο μέρος του τομέα φαίνεται ότι απορροφά το κόστος προκειμένου να προστατεύσει τη ζήτηση και τις σχέσεις με τους πελάτες.
Στην ανάλυση επισημαίνεται ότι εάν η έρευνα πραγματοποιούνταν στα τέλη του πρώτου εξαμήνου, όταν οι τιμές πετρελαίου είχαν επιστρέψει κοντά στον ιστορικό μέσο όρο των 70-80 δολ./βαρέλι, ο δείκτης εμπιστοσύνης θα είχε επιστρέψει στην προ κρίσης ανοδική του τάση, σε επίπεδα της τάξης των 20 μονάδων.
