Αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος δανεισμού βρίσκονται εκ νέου νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προετοιμάζεται για νέα άνοδο των επιτοκίων. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αναμένεται να εγκρίνει αύξηση της τάξης των 25 μονάδων βάσης, οδηγώντας το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,50% από 2,25%.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει την ανησυχία για το ύψος των δόσεων, ωστόσο η αγορά δεν θα δεχθεί οριζόντιο πλήγμα. Όπως διευκρινίζει υψηλόβαθμη τραπεζική πηγή, «η άνοδος των επιτοκίων δεν σημαίνει ότι από την επόμενη ημέρα θα αυξηθούν όλες οι δόσεις», συμπληρώνοντας πως «η επίπτωση εξαρτάται από το είδος του δανείου και κυρίως από το εάν το επιτόκιο είναι σταθερό ή κυμαινόμενο». Εκτεθειμένοι σε ανατιμήσεις είναι κυρίως όσοι διαθέτουν συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, ενώ στο απυρόβλητο παραμένουν τα δάνεια σταθερού επιτοκίου, καθώς και όσοι «κλείδωσαν» πρόσφατα τη δόση τους.
Η πίεση σε στεγαστικά, μικρομεσαίες και καταναλωτικά
Στην αγορά της στέγης, τα νέα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου έκλεισαν τον Ιούλιο στο 3,53%, κινούμενα σε χαμηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (3,69%). Ωστόσο, στα υφιστάμενα στεγαστικά διάρκειας άνω των πέντε ετών καταγράφηκε ήδη άνοδος στο 3,72%.
Το σκηνικό είναι σαφώς πιο ασφυκτικό για την επιχειρηματική χρηματοδότηση. Τα νέα επιχειρηματικά δάνεια άγγιξαν το 4,21% τον Ιούλιο, ενώ το κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανήλθε στο 4,45%. Η απόκλιση από την Ευρωζώνη γίνεται χαώδης στα μικρά δάνεια έως 250.000 ευρώ, όπου το εγχώριο επιτόκιο εκτινάχθηκε στο 5,07%, έναντι 3,83% στην υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, τα καταναλωτικά δάνεια παραμένουν μακράν η ακριβότερη λύση ρευστότητας, με το μέσο επιτόκιο στη χώρα μας να σκαρφαλώνει στο 10,45%, αφήνοντας πολύ πίσω το ευρωπαϊκό 7,60%.
Η επικείμενη απόφαση της Φρανκφούρτης υπαγορεύεται από τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες αναζωπυρώθηκαν λόγω του ενεργειακού κόστους και της έκρυθμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή. Τον Αύγουστο, ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,7% στην Ελλάδα και στο 3,3% στην Ευρωζώνη, ωθώντας οίκους όπως η ING να χαρακτηρίζουν την αύξηση της ΕΚΤ ως μια «προληπτική» κίνηση για την αναχαίτιση ευρύτερων ανατιμήσεων στην αγορά.
