Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προβλέπει ότι η ανοδική κίνηση των αποδοχών στην ευρωζώνη θα λάβει νέα ορμή το επόμενο έτος, ωστόσο τα ποσοστά αύξησης δεν θα πλησιάσουν τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα που σημειώθηκαν πριν από δυο χρόνια. Η ανακοίνωση αυτή έγινε στο πλαίσιο εξέτασης των πιθανών επιπτώσεων της γεωπολιτικής αστάθειας στη δυναμική των τιμών και στην καταπολέμηση του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η κεντρική τράπεζα την προηγούμενη εβδομάδα, τα μισθολόγια αναμένεται να ανέλθουν κατά 2,7% ετησίως κατά το πρώτο τρίμηνο του 2027 και κατά 2,8% κατά το δεύτερο τρίμηνο του αυτού του έτους. Αν και το ποσοστό αυτό αποτελεί ενίσχυση σε σχέση με την πορεία του β’ εξαμήνου του 2026, εξακολουθεί να κινείται σημαντικά χαμηλότερα από το 5,2% που παρατηρήθηκε το 2024.
Η Τράπεζα αναφέρει ότι η σχετική ύφεση που σημειώθηκε στο α’ εξάμηνο του τρέχοντος έτους οφείλεται κυρίως στις εφάπαξ χρηματικές παροχές που διανεμήθηκαν τον χειμώνα του 2024 και δεν ανανεώθηκαν αργότερα. Η παράμετρος αυτή λειτούργησε συσσωρευτικά, προκαλώντας τη διακύμανση που παρατηρήθηκε στα στοιχεία της περιόδου.
Οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές συγκεντρώνουν την προσοχή τους στον τρόπο με τον οποίο οι ενεργειακές πιέσεις διαδίδονται σταδιακά στο υπόλοιπο οικονομικό σύστημα, με τις μισθολογικές αυξήσεις να αποτελούν ένα σημαντικό κανάλι μεταφοράς. Στη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, η ΕΚΤ προχώρησε σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων, την δεύτερη μετά τον Ιούνιο, με στόχο να ανακόψει την ανοδική πορεία των τιμών και να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%, δεδομένου ότι το τρέχον επίπεδο διατηρείται στο 3,3%.
Ακολούθως, η κεντρική τράπεζα τόνισε ότι, μέχρι στιγμής, δεν εντοπίζεται σημαντική ανάδραση των μισθών σε σχέση με την ενεργειακή κρίση. Παρά ταύτα, εξέφρασε ανησυχία ότι η περαιτέρω αύξηση της γεωπολιτικής έντασης θα μπορούσε να επιφέρει πολύ σοβαρότερες διαταραχές τόσο στο πεδίο των τιμών όσο και των αμοιβών, υπερβαίνοντας τις τρέχουσες εκτιμήσεις.
Δεδομένα που δημοσιοποιήθηκαν νωρίτερα αποκάλυψαν ότι η ανά κεφαλήν αμοιβή στον ευρωπαϊκό χώρο αυξήθηκε κατά 3,3% κατά το β’ τρίμηνο του 2026, παρουσιάζοντας σταδιακή μείωση σε σχέση με το 3,5% που καταγράφηκε κατά το α’ τρίμηνο του ίδιου έτους.
