Ποντάρει στην τεχνητή πόλωση ως ύστατη λύση για προεκλογική συσπείρωση, την ώρα που η Ν.Δ. δεν θυμίζει σε τίποτα την παραδοσιακή, κεντροδεξιά δύναμη
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, που ολοκληρώνεται σήμερα, είχε ως στόχο να εκπέμψει μια εικόνα ενότητας, αυτοπεποίθησης και προεκλογικής ετοιμότητας, εν τέλει κατέληξε τελικά να λειτουργήσει ως καθρέφτης της βαθιάς πολιτικής και εσωκομματικής φθοράς που διαπερνά πλέον τη «γαλάζια» παράταξη. Παρά τους υψηλούς τόνους, τις σκηνοθετημένες εμφανίσεις και την προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να μετατρέψει το τριήμερο σε μια μεγάλη φιέστα πολιτικής κυριαρχίας, το κλίμα που κυριάρχησε δεν θύμιζε τις ανέμελες μέρες του 41%.
Αντιθέτως, οι τοποθετήσεις, οι υπαινιγμοί και οι αιχμές ήταν αρκετά από τα «γαλάζια» στελέχη, που έστηναν «πηγαδάκια», αποτυπώνοντας την εικόνα μιας παράταξης εγκλωβισμένης σε εσωτερικές αντιθέσεις, με εμφανή σημάδια αποσυσπείρωσης και με διάχυτη αγωνία για την επόμενη ημέρα. Η απουσία των δύο πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά επισκίασε από την πρώτη στιγμή το συνέδριο, στέλνοντας ένα πολιτικά εκκωφαντικό μήνυμα. Για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά της Ν.Δ. δύο πρώην αρχηγοί και πρωθυπουργοί επιλέγουν να απέχουν από την κορυφαία κομματική διαδικασία, σε μια κίνηση που αποτυπώνει όχι απλώς διαφωνίες, αλλά το βαθύ ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό της παράταξης.
Ειδικά η απουσία του Κώστα Καραμανλή, του μακροβιότερου προέδρου του κόμματος και ανιψιού του ιδρυτή της ιστορικής παράταξης, αποτελεί το ενδεικτικότερο δείγμα της διάχυτης δυσφορίας για τη μεταλλαγμένη φυσιογνωμία του μητσοτακισμού που έχει ποτίσει το κυβερνών κόμμα. Η Νέα Δημοκρατία του 2026 δεν θυμίζει πλέον την παραδοσιακή κεντροδεξιά δύναμη. Εχει μετατραπεί σε ένα απολύτως αρχηγοκεντρικό, «μητσοτακικό» κόμμα, όπου η κομματική ιστορία και οι εσωτερικές ισορροπίες υποχωρούν μπροστά στον στενό πυρήνα εξουσίας του Μαξίμου.
Σε αυτό το πλαίσιο η ομιλία του πρωθυπουργού έμοιαζε, αν μη τι άλλο, αναντίστοιχη της δραματικής εικόνας που εμφανίζει το κυβερνών κόμμα. Με μια αξιοθρήνητη και βαθιά υποκριτική ομιλία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορούσε να κρύψει την απελπισία του για όσα προδιαγράφονται στο άμεσο μέλλον. Μακριά από οποιαδήποτε ουσιαστική αυτοκριτική για τη φθορά, τα σκάνδαλα και την εμφανή αποσύνδεση της κυβέρνησης από την κοινωνία, ο πρωθυπουργός επέλεξε να αναμασήσει ακόμα μία φορά τα ίδια βολικά αφηγήματα περί σταθερότητας, ανάπτυξης και εθνικής ευθύνης, λες και οι πολίτες δεν βιώνουν καθημερινά την ασφυξία της ακρίβειας, της διαρκούς υποβάθμισης του βιοτικού τους επιπέδου και της υποβάθμισης του κράτους δικαίου.
Η κορυφαία αποτύπωση αυτής της στρατηγικής φόβου που οδηγεί κάθε βήμα του πρωθυπουργού ήταν ασφαλώς η δραματική επίκληση περί ανάγκης «τρίτης τετραετίας ώστε να μην επιστρέψει η χώρα τρεις τετραετίες πίσω». Πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό της πολιτικής κινδυνολογίας από έναν πρωθυπουργό που, αντί να πείσει με απαντήσεις και αποτελέσματα, επιχειρεί να εμφανίσει οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή ως περίπου εθνική απειλή. Την ίδια στιγμή, ενώ αναγνώριζε αόριστα ότι «υπήρξαν λάθη και αστοχίες», ταυτόχρονα πανηγύριζε για την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, παρουσιάζοντας μια σχεδόν θριαμβευτική εικόνα για την οικονομία και την πορεία της χώρας.
Μόνο που η κοινωνία του 2026 δεν έχει καμία σχέση με τα προεκλογικά φυλλάδια του 2023. Η ακρίβεια έχει εξαφανίσει κάθε ονομαστική αύξηση αποδοχών, τα κυβερνητικά μέτρα έχουν μετατραπεί σε ψίχουλα και η καθημερινότητα για τα νοικοκυριά γίνεται ολοένα πιο ασφυκτική. Ακόμη πιο προκλητική ήταν η πλήρης αφωνία του πρωθυπουργού για τα μεγάλα σκάνδαλα που βαραίνουν πλέον την κυβέρνηση. Ούτε μία αναφορά στις υποκλοπές ούτε λέξη για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ούτε ίχνος ουσιαστικής αυτοκριτικής για τη διάχυτη αίσθηση ατιμωρησίας και διαφθοράς που συνοδεύει πλέον το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Αντίθετα, επέλεξε να επαναφέρει ακόμη και τη θεωρία περί «ξυλολιάδας», προκαλώντας ξανά τους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, ενώ στο ίδιο κλίμα εντάχθηκε και η προσπάθεια συναισθηματικής φόρτισης μέσω της αναφοράς στο πρόβλημα υγείας του Γιώργου Μυλωνάκη, σε μια εμφανή απόπειρα θυματοποίησης της κυβέρνησης.
Τελικά, η ομιλία του πρωθυπουργού παρά τις κραυγές και τους πανηγυρισμούς δεν εξέπεμψε αυτοπεποίθηση και πολιτική κυριαρχία, αλλά ανασφάλεια, αμηχανία και εμφανή φόβο απέναντι στη φθορά που συσσωρεύεται. Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «εθνικής αποστολής» και «νέας πορείας» διακρινόταν καθαρά μια κυβέρνηση που βλέπει την κοινωνική δυσπιστία να βαθαίνει, το αφήγημα της αποτελεσματικότητας να καταρρέει και την ανάγκη πολιτικής συσπείρωσης να μετατρέπεται πλέον σε ζήτημα επιβίωσης.
Η κούρσα της διαδοχής και το κυβερνητικό αδιέξοδο
Την ίδια ώρα, πίσω από τα χειροκροτήματα και τα συνθήματα περί σταθερότητας το συνέδριο ανέδειξε και το υπόγειο άγχος της διαδοχής. Οι παρεμβάσεις κορυφαίων υπουργών και στελεχών, με πρώτο τον Νίκο Δένδια, επιβεβαίωσαν ότι οι εσωκομματικοί συσχετισμοί αλλάζουν και πως οι λεγόμενοι «δελφίνοι» έχουν ήδη αρχίσει να μετρούν δυνάμεις για το πολιτικό τοπίο που θα ακολουθήσει.
Παράλληλα, η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά λειτούργησε σαν μόνιμη σκιά πάνω από τις εργασίες του συνεδρίου, προκαλώντας νευρικότητα στο πρωθυπουργικό επιτελείο και φόβους για περαιτέρω διαρροές προς τα δεξιά της Ν.Δ. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, για την κυβέρνηση είναι ότι η γκρίνια δεν περιορίζεται πλέον σε ιστορικά στελέχη ή πρώην πρωθυπουργούς.
Η επιστολή των «10», οι δημόσιες αιχμές για το επιτελικό κράτος, οι συγκρούσεις μεταξύ προεδρικών και διαφωνούντων, αλλά και η αγωνία δεκάδων βουλευτών που βλέπουν τις επόμενες εκλογές ως πιθανό πολιτικό τέλος της διαδρομής τους συνθέτουν ένα σκηνικό εσωτερικής αποσύνθεσης που δύσκολα κρύβεται πίσω από επικοινωνιακές κορόνες. Το συνέδριο που σχεδιάστηκε ως αφετηρία της νέας προεκλογικής αντεπίθεσης του Κυριάκου Μητσοτάκη κατέληξε τελικά να αναδείξει τα αδιέξοδα μιας κυβέρνησης που, ύστερα από χρόνια αλαζονικής διαχείρισης της εξουσίας, βλέπει πλέον τη φθορά, τη δυσπιστία και τις εσωτερικές φυγόκεντρες δυνάμεις να απειλούν ευθέως την πολιτική της κυριαρχία.