Αγνωστο παραμένει στην Κύπρο το ύψος του «κουρέματος»των καταθέσεων άνω 100.000 ευρώ, καθώς οι εντατικές διαβουλεύσεις στην Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε αποτέλεσμα, εάν και, όπως όλα δείχνουν, θα ξεπεράσει το 50%. Συγκεκριμένα, πέραν της απομείωσης κατά 37,5%, το οποίο έχει ήδη εγκριθεί, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει η τύχη του υπόλοιπου 22,5% των καταθέσεων, το οποίο έχει δεσμευτεί προκειμένου να ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου.
Πηγές από την Κεντρική Τράπεζα ανέφεραν, όμως, ότι θα απαιτηθεί ποσοστό πέραν του 50%, ώστε να κλείσει το θέμα των κεφαλαιακών αναγκών. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό ποσοστό «κουρέματος» των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ αναμένεται να ξεπεράσει το 50%.
Ο επικεφαλής του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας Γιάγκος Δημητρίου, μιλώντας στο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων του ΡΙΚ τόνισε ότι καταβάλλεται προσπάθεια, ώστε η όλη διαδικασία να ολοκληρωθεί, εάν είναι δυνατόν, έως τη Δευτέρα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι οι εξαιρέσεις που έχουν αποφασιστεί, επηρεάζουν το ύψος του «κουρέματος» των καταθέσεων που θα επιβληθεί. «Οσο ανεβαίνουν οι εξαιρέσεις κεφαλαίων», είπε ο κ. Δημητρίου, «τόσο ανεβαίνει και το ποσοστό του “κουρέματος”».
Οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες εξέφραζαν έντονη δυσφορία γιατί καμιά αρμόδια Αρχή δεν δίνει στοιχεία επακριβή ως προς το ζητούμενο ποσό της ανακεφαλαιοποίησης, με αποτέλεσμα να γίνονται διάφορα παιχνίδια που συντηρούν την αβεβαιότητα και πλήττουν την κυπριακή οικονομία.
Η κριτική αγγίζει την Κεντρική Τράπεζα και τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκο Δημητριάδη, αλλά και την ομάδα του οίκου Alvarez & Marsal, που κινεί τα νήματα σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου. Το «κούρεμα»-έκπληξη προς συγκέντρωση του άγνωστου ζητούμενου ποσού δεν υποβοηθά τις προσπάθειες προς αποκατάσταση της ηρεμίας στην κυπριακή οικονομία. Οπως ανέφερε η εφημερίδα «Φιλελεύθερος», η νέα ψυχρολουσία που αναμένεται να υποστούν οι ανασφάλιστες καταθέσεις της Τράπεζας Κύπρου θα σηματοδοτήσει νέες δονήσεις στο οικονομικό τοπίο, επιτείνοντας τη μείωση της ρευστότητας των επιχειρήσεων και γενικά της αγοράς αλλά και τη διόγκωση της ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα.


