Τα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, του «αγαπημένου του Κινήματος», στο οποίο υπηρέτησε επί τρεις δεκαετίες από κορυφαίες θέσεις, κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισής του ο Ακης Τσοχατζόπουλος την πρώτη ημέρα της δίκης του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, στέλνοντας από την «αρχή» μήνυμα προς τους άλλοτε κομματικούς του φίλους ότι η υπερασπιστική του γραμμή θα έχει αμιγώς πολιτικό χρώμα.
Πρόκειται για τους δύο πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Σημίτη και Γιώργο Παπανδρέου, τον νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Βενιζέλο, τον πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Θεόδωρο Πάγκαλο και τους πρώην υπουργούς Βάσω Παπανδρέου, Κώστα Λαλιώτη, Γιάννο Παπαντωνίου, Γιώργο Ρωμαίο και Αλέξανδρο Παπαδόπουλο, και τους τότε αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων, που μετείχαν στις επίμαχες συνεδριάσεις του ΚΥΣΕΑ, κατά τις οποίες εγκρίθηκε η προμήθεια των τεσσάρων υποβρυχίων.
Λίγο αργότερα, ο πρώην υπουργός, σε μια… ειρωνική στροφή της μοίρας, δήλωνε «θύμα» κρατικής βίας, αρνούμενος, οργισμένα και απόλυτα, το κατηγορητήριο που έχει συνταχθεί εις βάρος του. Πίσω από τη διακίνηση του «μαύρου πολιτικού χρήματος», των περίπου 60.000.000 ευρώ που φέρεται να έλαβε για την υπογραφή των συμβάσεων για τα υποβρύχια και τα αντιαεροπορικά συστήματα TOR-M1, ο Ακης Τσοχατζόπουλος είδε «κρατική βία εναντίον του ίδιου, της συζύγου του, Βίκυς Σταμάτη, και της κόρης του, Αρετής Τσοχατζοπούλου».
Μεταξύ άλλων, είπε απευθυνόμενος στους φυσικούς του δικαστές: «Αρνούμαι κατηγορηματικά και απόλυτα το κατηγορητήριο με το οποίο επιχειρείται συστηματικά να δοθεί η εντύπωση ότι υπάρχει εγκληματική οργάνωση, συμμορία. Πίσω από αυτά υπάρχει κρατική βία εναντίον μου. Για έξι χρόνια στο ΥΕΘΑ (σσ 1996-2001) κάναμε το καλύτερο δυνατό. Θλίβομαι για αυτό το κατάπτυστο κατηγορητήριο, όταν βλέπω ότι, ύστερα από έναν χρόνο, έπειτα από τόσες δικαστικές διαδικασίες και τόσα συμβούλια, παραμένει το ίδιο όπως στην αρχή. Μήπως υπάρχει μια κεντρική καθοδηγούμενη πορεία προκειμένου να φτάσουμε μέχρις εδώ;»
«Ενοχή και συγγνώμη»
Στην αντίπερα όχθη, το «αίμα» του, ο πρώτος εξάδελφός του, Νίκος Ζήγρας, για μία ακόμη φορά τον «κάρφωσε», αποδεχόμενος, σε κλίμα συγκινησιακά φορτισμένο, τις κατηγορίες που του αποδίδονται και τις οποίες ομολόγησε στην απολογία του στον ανακριτή. «Δηλώνω την ενοχή μου για τις κατηγορίες που έχω ομολογήσει κατά την απολογία μου στον ανακριτή στην υπόθεση που με έχει εμπλέξει ο κ. Τσοχατζόπουλος και θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τον κόσμο, την κατανόηση και την επιείκειά σας».
Βέβαια, και ο ίδιος ο Νίκος Ζήγρας λίγο αργότερα δέχτηκε τις «βολές» του κατηγορούμενου δικηγόρου Γεώργιου Κωνσταντάτου, ο οποίος, με τρεμάμενη φωνή, δήλωσε αθώος, σημειώνοντας: «Παγιδεύτηκα (σ.σ.: σε αυτή την υπόθεση) από την εμπιστοσύνη που έδειξα στον Ν. Ζήγρα. Είπε ψέματα και έχει καταστραφεί η οικογένειά μου».
Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, είτε οι ίδιοι είτε διά των πληρεξούσιων συνηγόρων τους, αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Από τους συνολικά 19 κατηγορουμένους που έχουν παραπεμφθεί να δικαστούν, παρόντες στο ακροατήριο χθες ήταν οι 14, ενώ πέντε, μεταξύ των οποίων η Αρετή και η Γκούντρουν Τσοχατζοπούλου, προτίμησαν να εκπροσωπηθούν διά πληρεξουσίων. Ολοι κατηγορούνται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα, αδίκημα που επισείει ποινή κάθειρξης από 10 έως 20 έτη.
Αποζημίωση
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, το Ελληνικό Δημόσιο, όπως είχε πράξει και κατά το στάδιο της ανάκρισης, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην υπόθεση για την ηθική βλάβη που υπέστη, διεκδικώντας αποζημίωση ενός εκατομμυρίου ευρώ από καθέναν εκ των κατηγορουμένων στην υπόθεση.
Η εν λόγω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι ζήτησαν την αποβολή της από τη δίκη, με το σκεπτικό ότι για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα δεν δικαιολογείται το Ελληνικό Δημόσιο να παρίσταται ως πολιτική αγωγή. Ωστόσο, τόσο η εισαγγελέας της έδρας, Γεωργία Αδειλίνη, όσο και ο αναπληρωτής της, Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, ζήτησαν την απόρριψη των ενστάσεών τους.
Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του στις 8 Μαΐου, οπότε θα συνεχιστεί η ακροαματική διαδικασία.
Βάσω Παλαιού


