Σήμερα θα σταθώ στην εκδημία του Σπύρου. Δεν θα τον «αγιοποιήσω», διότι -είναι βέβαιο- δεν υπήρξε άγιος. Με τον θάνατό του, όμως, κλείνει η πόρτα της σχολής του «ρεπορτάζ για το ρεπορτάζ», την οποία υπηρέτησε μια γενιά σπουδαίων ρεπόρτερ, οι οποίοι δεν είχαν ησυχία και βρίσκονταν συνεχώς στο ψάξιμο.
Σήμερα το ρεπορτάζ έχει αντικατασταθεί από δελτία Τύπου, από ανακοινώσεις και από σχεδόν στρατευμένες απόψεις, των οποίων η μεροληπτική στάση κάνει μπαμ από μακριά. Το «ρεπορτάζ για το ρεπορτάζ» άρχισε να φουντώνει σχεδόν αμέσως μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Μέσα σε ένα βράδυ -από τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1974- άλλαξαν τα πάντα. Από την απόλυτη λογοκρισία και τη φίμωση του Τύπου, περάσαμε σε μια φοβερή έκρηξη ελευθεροτυπίας και ελευθεροκοινωνίας.
Είχα την τύχη να πέσω μέσα στη μαρμίτα με εκείνο το «μαγικό φίλτρο» της ελευθεροκοινωνίας-ελευθεροτυπίας. Με ένα μπλοκάκι και ένα μπικ στην τσέπη ήσουν έτοιμος για όλα! Ούτε πληκτρολόγια ούτε κινητά ούτε σόσιαλ μίντια ούτε Instagram και TikTok, τα δήθεν «ελεύθερα» μέσα που έχουν κλείσει τον κόσμο στο σπίτι, νομίζοντας ότι «τα ξέρει όλα».
Δεν είχαμε ωράριο, δεν είχαμε μέρα και νύχτα. Οι εφημερίδες έκλειναν την ύλη, οι πρωινές στις 12 τα μεσάνυχτα και οι απογευματινές στις επτά το πρωί. Δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί είδηση. Υπήρχαν οι δεύτερες και τρίτες εκδόσεις, υπήρχαν και τα έκτακτα παραρτήματα. Κάθε πρωί στις εξίμισι ήμουν στο γραφείο των δημοσιογράφων στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιώς, όπου οι «περαϊκοί-ναυτιλιακοί» συντάκτες παίρναμε τα σήματα της Αστυνομίας και βγάζαμε τις ειδήσεις.
Είχαμε επίσης άμεση τηλεφωνική επαφή με τον Θάλαμο Επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας, του οποίου οι εργαζόμενοι λιμενικοί μας ξυπνούσαν όποια ώρα κι αν ήταν, τη νύχτα, για να μας ανακοινώσουν κάποιο ναυάγιο, μια προσάραξη, έναν αιφνίδιο θάνατο σε πλοίο. Τότε ΟΛΕΣ οι ειδήσεις είχαν αξία. Και η ενημέρωση ήταν 100% πραγματική. Εκείνες τις εποχές, λοιπόν, υπήρχε αληθινό και ανταγωνιστικό ρεπορτάζ. Η εφημερίδα απαιτούσε από τον συντάκτη να έχει αποκλειστικότητες, να έχει (απαραιτήτως) φωτογραφίες από το ρεπορτάζ του. Γι’ αυτό και είχαμε πάντα μαζί τους περίφημους φωτορεπόρτερ, οι οποίοι στήριζαν την εργασία μας.
Ο Σπύρος Καρατζαφέρης ήταν από τους «μεγάλους μαγίστρους» του ρεπορτάζ. Με ελάχιστα μέσα, αλλά με όπλο την αγάπη προς τη δημοσιογραφία και την ανάγκη τού να ξεχωρίσεις, για να ανέβεις σκαλοπάτια, οι ρεπόρτερ έτρεχαν ολημερίς και ολονυχτίς. Και σχεδόν όλοι παρέμειναν ρεπόρτερ μέχρι το τέλος. «Πώς είσαι;» ρώτησε φίλος τον Σπύρο, ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνος, ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. «Περιμένω» του είπε. Είναι βέβαιο ότι έκανε ρεπορτάζ αναζητώντας το «μετά». Στο καλό…
Η ΑΚΙΣ


