Τι λέει ο μπάρμαν για την τραγωδία που συγκλόνισε την διεθνή κοινότητα
Για πρώτη φορά μετά την τραγωδία που συγκλόνισε την Ελβετία και τη διεθνή κοινή γνώμη, σπάει τη σιωπή του ο μπάρμαν του μοιραίου μπαρ Le Constellation στο Κραν Μοντανά, όπου την Πρωτοχρονιά έχασαν τη ζωή τους 41 άνθρωποι από τη φονική φωτιά που ξέσπασε στο εσωτερικό του καταστήματος.
Ο 28χρονος Γκαετάν τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς και παρέμεινε σε κώμα για οκτώ ημέρες, δίνοντας και ο ίδιος μάχη για τη ζωή του. Μετά από νοσηλεία δύο εβδομάδων, επέστρεψε στο σπίτι του, κουβαλώντας, όπως περιγράφει, ένα βαρύ ψυχολογικό φορτίο.
Μιλώντας στον ελβετικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα RTS, ο νεαρός εργαζόμενος περιγράφει τις νύχτες του μετά την τραγωδία ως βασανιστικές. «Kάθε βράδυ, όταν πάω να κοιμηθώ, το σκέφτομαι», δηλώνει, εξηγώντας πως στο μυαλό του «στριφογυρνάνε» συνεχώς οι συνάδελφοι και οι φίλοι του που τραυματίστηκαν βαριά, αλλά και ο πρώην συγκάτοικός του, ο οποίος εξακολουθεί να δίνει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
«Παράλογο να ρίχνουν την ευθύνη στους εργαζόμενους»
Ο Γκαετάν αποφεύγει να τοποθετηθεί για τα τεχνικά αίτια της πυρκαγιάς, ωστόσο στρέφεται με σφοδρότητα κατά της διοίκησης του καταστήματος. Όπως τονίζει, «όταν βλέπω πώς προσπαθούν σιγά-σιγά να αποποιηθούν των ευθυνών τους, αρχίζω να τους κατηγορώ όλο και περισσότερο. Είναι παράλογο να ρίχνουν την ευθύνη στους εργαζόμενους».
Η μαρτυρία του φωτίζει, παράλληλα, σοβαρά ζητήματα που –όπως υποστηρίζει– προϋπήρχαν της τραγωδίας και αφορούσαν τη συνολική λειτουργία του μπαρ. «Πουλούσαμε μπίρες που είχαν λήξει. Έφτιαχνα σάντουιτς με ψωμί, που ήταν κατεψυγμένο πάνω από έναν χρόνο», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια εικόνα προχειρότητας και έλλειψης ελέγχου.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διαχείριση ανήλικων πελατών, επισημαίνοντας ότι η τήρηση των κανόνων γινόταν, στην πράξη, σχεδόν αδύνατη. «Προσπαθούσα να ελέγχω ταυτότητες, αλλά συχνά μου τις έδειχναν στο κινητό, χωρίς δυνατότητα ελέγχου γνησιότητας. Ξέραμε ότι το βασικό μέλημα των αφεντικών ήταν να μπει χρήμα», δηλώνει, αφήνοντας αιχμές για μια κουλτούρα ανοχής και εμπορευματοποίησης εις βάρος της ασφάλειας.
«Η φωτιά μου προκαλεί φόβο»
Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι είχε ξεκινήσει να εργάζεται στο Le Constellation μόλις στις αρχές Δεκεμβρίου και ότι ήδη σκεφτόταν να αποχωρήσει. Από τη μοιραία νύχτα της 1ης Ιανουαρίου θυμάται ελάχιστα, όμως το τραύμα παραμένει ζωντανό. «Είπα στη μητέρα μου ότι δεν θα δουλέψω ποτέ ξανά σε μπαρ και ότι δεν θα μπορώ ούτε μια τρεμοπαίζουσα φλόγα κεριού να κοιτάζω. Η φωτιά θα μου προκαλεί φόβο από εδώ και πέρα», λέει.
Η κατάθεσή του προστίθεται σε μια σειρά μαρτυριών και στοιχείων που αναδεικνύουν σοβαρά ερωτήματα για τις συνθήκες λειτουργίας του καταστήματος, τη συμμόρφωση με τους κανόνες ασφαλείας και τη συνολική ευθύνη όσων είχαν τη διαχείρισή του.


