Αίτημα από την ΚΕΔΕ για απόσυρση ή αναδιατύπωση της ρύθμισης που προβλέπει αυτόματη άσκηση έφεσης σε υποθέσεις συμβασιούχων
Την ανάγκη διασφάλισης της θεσμικής και λειτουργικής αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανέδειξε ο α’ αντιπρόεδρος της Κεντρικής Ενωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και δήμαρχος Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, κατά την προ ημερησίας συζήτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο της ένωσης, με αφορμή τις τροποποιήσεις του κώδικα που συνδέονται με τον λεγόμενο «νόμο Βορίδη».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η νέα ρύθμιση για την υποχρεωτική άσκηση έφεσης σε περιπτώσεις όπου συμβασιούχοι εργαζόμενοι δικαιώνονται σε πρώτο βαθμό. Μέχρι σήμερα η σχετική διαδικασία κινούνταν κατόπιν απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής και ολοκληρωνόταν με πράξη του δημάρχου. Η προτεινόμενη διάταξη, ωστόσο, προβλέπει ότι η έφεση θα ασκείται αυτομάτως, με ενέργεια του προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας, χωρίς προηγούμενη κρίση από τα αιρετά όργανα.
Ο κ. Κωνσταντέλλος επισήμανε ότι ήδη βάσει του ισχύοντος πλαισίου του «νόμου Βορίδη» οι δήμοι υποχρεούνται να εξαντλούν τα ένδικα μέσα, διαφορετικά εκτίθενται σε πειθαρχικό έλεγχο. Η νέα ρύθμιση, όμως, όπως υποστήριξε, υπερβαίνει την επιβολή υποχρέωσης και ουσιαστικά αφαιρεί τη διακριτική ευχέρεια της δημοτικής Αρχής, μεταφέροντας την ευθύνη λήψης απόφασης σε υπηρεσιακό παράγοντα. Κατά την άποψή του, η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον κεντρικό διοικητικό έλεγχο εις βάρος του αυτοδιοίκητου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη γνωμοδότηση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη αντίκειται στην αρχή της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ και εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών έχει ήδη αποστείλει σχετική επιστολή στην ΚΕΔΕ, ζητώντας την απόσυρση του άρθρου.
Ο α’ αντιπρόεδρος υπενθύμισε ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης της ΚΕΔΕ στο ξενοδοχείο «Divani Caravel» είχε ληφθεί απόφαση για αίτημα απόσυρσης της ρύθμισης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αναφορά, όπως επισήμανε ο κ. Κωνσταντέλλος, δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο θέσεων που εγκρίθηκε.
Για τον λόγο αυτόν πρότεινε την αποστολή συμπληρωματικής επιστολής προς το αρμόδιο υπουργείο, με ρητό αίτημα την απόσυρση ή την αναδιατύπωση της διάταξης. Οπως τόνισε, το ζήτημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό, αλλά αφορά τον πυρήνα της πολιτικής ευθύνης των αιρετών και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της Αυτοδιοίκησης.


