Ο αείμνηστος Μίμης Πλέσσας ήταν ένας από τους πιο διαχρονικούς συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού. Με το έργο του να υπάρχει από το ελαφρό τραγούδι και τον κινηματογράφο μέχρι το λαϊκό και το έντεχνο, έγραψε μουσική που σημάδεψε γενιές, συχνά χωρίς ο ίδιος να διεκδικεί τη δημόσια προβολή που του άξιζε. Τα τραγούδια του αγαπήθηκαν από το κοινό, όμως ο ίδιος παρέμεινε ένας χαμηλών τόνων δημιουργός, με σπάνια σεμνότητα και εσωτερική δύναμη, στοιχεία που χαρακτήρισαν όχι μόνο την καλλιτεχνική, αλλά και την προσωπική του διαδρομή.
Η σύζυγός του, Λουκίλα Κάρρερ, παραβρέθηκε στο πλατό της εκπομπής Buongiorno και παραχώρησε μια συνέντευξη. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην γνωριμία τους και στη ζωή που έζησαν και έχτισαν μαζί. Με λόγια γεμάτα αγάπη, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, περιέγραψε έναν άνθρωπο σπουδαίο, που όμως δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει το πραγματικό μέγεθος του έργου και της απήχησής του.
«Η συνάντηση με τον Μίμη Πλέσσα έτυχε. Ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπα πόσο αδικείται. Είχα πάρει ένα βιβλίο που είχε όλους τους συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού μέσα, μέχρι και πολλοί υποδεέστερους του Μίμη, και στο τέλος έλεγε, “Ο Μίμης Πλέσσας και οι άλλοι”. Τρελάθηκα…Τα περισσότερα τραγούδια που αγαπούσα, είχαν την υπογραφή του, αλλά επειδή ποτέ δεν είχε συμβόλαιο με δισκογραφική, δεν είχε βγει μπροστά το έργο του…» ανέφερε αρχικά η Λουκίλα Κάρρερ στο Buongiorno.
Στη συνέχεια, περιέγραψε πώς γνωρίστηκαν τυχαία, σε μια στιγμή που αποτύπωσε απόλυτα τον χαρακτήρα του. «Γνωριστήκαμε συμπτωματικά. Είχα πάει με τους γονείς και την αδελφή μου κάπου που έπαιζε πιάνο και ο Κατσαρός σαξόφωνο. Ο Μίμης έπαιξε τρία τραγούδια του. Στο διάλειμμα τον ρώτησα γιατί δεν παίζει κάποια τραγούδια του και παίζει μόνο τρια συγκεκριμένα: Και μου απάντησε ότι το κάνει γιατί αυτά ξέρει ο κόσμος. Είδα έναν αγαθό γίγαντα, που δεν είχε ιδέα τι είχε γράψει. Το πόσο τα λάτρευα ο κόσμος, δεν το είχε καταλάβει…
Εκείνος γοητεύτηκε από έναν άνθρωπο που ξέρει τόσο καλά το έργο του, κι εγώ έβλεπα έναν γίγαντα τέτοιου μεγέθους να είναι τόσο αγαθός και ταπεινός. Δεν ξεκίνησε καμία σχέση και κανένας έρωτας τότε. Αυτά τα έφερε η ζωή… Η σχέση μας ξεκίνησε μετά από 3-4 χρόνια. Τα τρία πρώτα χρόνια του μίλαγα στον πληθυντικό. Αλλάζει αυτό, ήρθε…» ανέφερε σε άλλο σημείο για τη γνωριμία τους.
Η Λουκίλα Κάρρερ στάθηκε και στη διαφορά ηλικίας τους, υπογραμμίζοντας πως ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο στην κοινή τους πορεία. «Παντρεμένοι υπήρξαμε 30 χρόνια. Τον γνώρισα το 1986. Είχαμε διαφορά ηλικίας, αλλά αυτό εντάξει, κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ηλικία. Δεν την κατάλαβα ποτέ την ηλικία του, ήταν πάντα τόσο πιο νέος και δραστήριος από μένα. Ήταν μια κατηγορία μόνος του».
Μιλώντας για τη ζωή ενάμιση χρόνο μετά τον θάνατό του, περιέγραψε τη μεγάλη απουσία, αλλά και τη στάση ζωής που επέλεξε να κρατήσει. «Η απουσία του είναι τεράστια. Δεν πρέπει όμως να έχουμε δεκανίκια στη ζωή. Θα μπορούσα να πω στην κόρη μου ότι θέλω να μείνει μαζί μου ή να πω στην αδελφή μου να μείνουμε μαζί. Δε το έκανα. Είναι μια καινούργια πραγματικότητα. Δεν αλλάζεις σελίδα, αλλάζεις βιβλίο και πρέπει να ισορροπίσεις και να βρεις τη δύναμη. Εγώ δεν κατέφυγα ποτέ ούτε σε ειδικούς, ούτε σε χαπάκια, ούτε σε τίποτα για να βοηθηθώ. Είπα ότι είναι μια νέα πραγματικότητα και πρέπει να πάμε παραπάνω με την ευλογία του να είσαι γεμάτος με όσα έζησες… Τα τραγούδια μοιραία τα ακούω…
Δύναμη μου δίνουν όλα αυτά τα ευλογημένα που έχω ζήσει. Νιώθω ευγνώμων. Τον νιώθω δίπλα μου, ότι δεν έχει φύγει…Είχα πει ότι δε θα βάλω μαύρα, έλα όμως που έχει περάσει 1,5 χρόνος και το χέρι μου πάει ακόμα μόνο στα μαύρα. Δε μου βγαίνει. Ίσως το επόμενο βήμα, το δεύτερο καλοκαίρι, να είναι αυτό. Μακάρι… Η σύνδεσή μας άλλαξε διάσταση αλλά υπάρχει ακόμα…».
Κλείνοντας, αναφέρθηκε και στην έντονη κοινωνική ζωή που είχαν μοιραστεί, μια καθημερινότητα γεμάτη ανθρώπους, μουσική και έξοδο. «Το σπίτι μας ήταν πάντα γεμάτο με κόσμο. Ήταν επιλογή του Μίμη. Ήθελε κάθε μέρα να βγαίνουμε έξω. Ήταν εξωντοτικό αυτό. Πηγαίναμε παντού. Κάθε μέρα ήθελε να γυρίζει απ’ έξω για να μπορέσει να κοιμηθεί… Είχαμε πολύ έντονη κοινωνική ζωή…» ανέφερε τέλος η σύζυγος του Μίμη Πλέσσα.


