Το sewer mining, η επανάχρηση για τη διαχείριση, αποτελεί έναν νέο όρο σχεδιασμού για τη λειψυδρία
Σε μια πόλη που μαθαίνει πια να μετρά το νερό της με ημέρες ζωής, η λύση βρίσκεται μάλλον κάτω από τα πόδια μας. Η Αττική μπαίνει σε μια περίοδο όπου η λειψυδρία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόσκαιρη ανωμαλία, αλλά ως νέος όρος σχεδιασμού. Αυτό αλλάζει και τη γλώσσα της πολιτικής για το νερό. Δεν αρκεί πια να μιλάμε μόνο για ταμιευτήρες, μεταφορές και νέες πηγές τροφοδοσίας. Χρειάζεται να μιλήσουμε για επανάχρηση, για τοπική διαχείριση και για τεχνολογίες που μειώνουν την πίεση στο πόσιμο νερό, εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το sewer mining μπορεί να παρουσιαστεί ως μία απολύτως ρεαλιστική λύση για την Αθήνα και ταυτόχρονα ως πεδίο δόξης λαμπρόν για τους δήμους και την Περιφέρεια Αττικής. Καλό είναι να κοιτάμε τι κάνουν άλλες χώρες, όχι για να αντιγράφουμε άκριτα, αλλά για να αναγνωρίζουμε τι λειτουργεί όταν το νερό γίνεται στρατηγικός πόρος. Το Ισραήλ δείχνει πώς μια άνυδρη χώρα μπορεί να μετατρέψει τα επεξεργασμένα λύματα σε στήριγμα της γεωργίας. Η Ισπανία έχει ενσωματώσει την επαναχρησιμοποίηση σε σταθερό νομικό πλαίσιο.
Το Σίδνεϊ απέδειξε ότι η αποκεντρωμένη επανάχρηση μπορεί να λειτουργήσει και στο πυκνό αστικό περιβάλλον. Αυτά τα παραδείγματα μας θυμίζουν ότι η τεχνολογία δεν έχει εθνικότητα και ότι η σοβαρή πολιτική οφείλει να μελετά όποιον κοιτά μπροστά. Το sewer mining είναι στην ουσία μια μικρή τοπική μονάδα επεξεργασίας που εγκαθίσταται κοντά στο σημείο, όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση. Αυτό μπορεί να σημαίνει μεγάλα πάρκα, αθλητικά κέντρα, φυτώρια, κοιμητήρια, ζώνες ανάπλασης, δημοτικούς κοινόχρηστους χώρους ή περιοχές με ανάγκη άρδευσης και καθαρισμού. Η διαδικασία αρχίζει με την εκτροπή μέρους της ροής από το δίκτυο αποχέτευσης προς μια μονάδα που παραλαμβάνει αστικά λύματα που ρέουν στους υπονόμους.

Ακολουθεί προεπεξεργασία για την απομάκρυνση στερεών, άμμου και υλικών που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον εξοπλισμό. Στη συνέχεια εφαρμόζεται βιολογική επεξεργασία, συχνά με τεχνολογίες μεμβρανών, ώστε να μειωθεί το οργανικό φορτίο και να βελτιωθεί η ποιότητα του νερού. Επειτα έρχεται η απολύμανση, με υπεριώδη ακτινοβολία, χλώριο ή συνδυασμό μεθόδων, ώστε το τελικό προϊόν να καταστεί ασφαλές για συγκεκριμένες μη πόσιμες χρήσεις, όπως η άρδευση, το πλύσιμο δρόμων και πεζοδρομίων, η καθαριότητα δημοτικών εγκαταστάσεων και η τροφοδοσία τεχνικών δικτύων.
Η σημασία αυτής της τεχνολογίας είναι ότι το νερό δεν παράγεται κάπου μακριά για να μεταφερθεί μετά στον τελικό χρήστη, αλλά ανακτάται ακριβώς εκεί όπου χρειάζεται και όσο χρειάζεται. Αυτό δίνει στο sewer mining ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για μητροπολιτικές περιοχές, όπως η Αττική. Μειώνει τις απώλειες μεταφοράς, αποφορτίζει το σύστημα ύδρευσης από χρήσεις χαμηλότερης ποιότητας, ενισχύει το πράσινο σε γειτονιές με θερμική πίεση και δημιουργεί έναν νέο κύκλο νερού μέσα στην ίδια την πόλη. Παράλληλα, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τοπικά δίκτυα γκρίζου νερού που θα εξυπηρετούν μη πόσιμες χρήσεις.
Ωστόσο, δεν είναι μια αυτόματη επιλογή. Για τους δήμους προϋποθέτει σωστή χωροθέτηση, συμβατότητα με το δίκτυο αποχέτευσης, συνεχή παρακολούθηση ποιότητας, επαρκή συντήρηση, έλεγχο οσμών και σαφή αποδοχή από την τοπική κοινωνία. Ως γνωστόν, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται και θεσμική ωριμότητα, αποφάσεις και και συνεχή παρακολούθηση ώστε να μην παραμείνει ως ακόμα ένα αποσπασματικό έργο επίδειξης, αλλά ως μέρος μιας ενιαίας στρατηγικής αστικής ανθεκτικότητας.
Η ΕΥΔΑΠ έχει ήδη κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, αναπτύσσοντας ερευνητική και πιλοτική εμπειρία που δείχνει ότι το μοντέλο δεν είναι θεωρητικό. Το WaterLab και η περίπτωση του Μαρκόπουλου δείχνουν έναν δρόμο που μπορεί να εξελιχθεί σε επιχειρησιακό εργαλείο για ολόκληρη τη μητροπολιτική περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι και το ευρωπαϊκό έργο Climate Impetus παρουσιάζει το Μαρκόπουλο ως παράδειγμα ενίσχυσης της υδατικής ανθεκτικότητας της Αθήνας, μέσα από μια αποκεντρωμένη μονάδα sewer mining που συνδυάζει τοπική επανάχρηση νερού, αισθητήρες, ψηφιακή παρακολούθηση και τη λογική του digital twin για τον ευρύτερο σχεδιασμό της Αττικής.
Το πρωτοπόρο έργο του Μαρκόπουλου συνδέει μια τέτοια λύση με πραγματικές τοπικές ανάγκες, με το αστικό πράσινο, με τη βιοκλιματική λογική και με μια πιο χειροπιαστή εφαρμογή της κυκλικής οικονομίας. Το επόμενο βήμα είναι οι ώριμες συνεργασίες μεταξύ ΕΥΔΑΠ, δήμων και Περιφέρειας, και εξασφάλιση χρηματοδότησης για έργα που μπορούν να εφαρμοστούν γρήγορα. Αν όμως το sewer mining είναι μια αποκεντρωμένη λύση σε επίπεδο γειτονιάς και δήμου, η Αττική οφείλει να δει και τη μεγάλη εικόνα. Δίπλα στις μικρές, ευέλικτες μονάδες που καλύπτουν τοπικές ανάγκες, υπάρχει και η λύση της διασύνδεσης της Ψυττάλειας με το παραλιακό μέτωπο και της αξιοποίησης πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων ανακτημένου νερού.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα χρειαστούμε νέες λύσεις για το νερό της Αττικής, αλλά αν θα τολμήσουμε να αξιοποιήσουμε λύσεις που ήδη έχουν αποδείξει τη λογική τους. Το sewer mining δεν υποκαθιστά τα μεγάλα έργα, ούτε λύνει μόνο του το υδατικό πρόβλημα. Μπορεί όμως να καλύψει ένα κρίσιμο τμήμα της αστικής ζήτησης με τεχνικά ώριμο, αποκεντρωμένο και κλιμακούμενο τρόπο. Σε μια εποχή όπου κάθε κυβικό μέτρο αποκτά νέο βάρος, η ικανότητα μιας πόλης να ξαναβλέπει τα λύματά της ως δευτερογενή πόρο και όχι ως άχρηστο υπόλειμμα ίσως είναι το πιο καθαρό δείγμα σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής. Και ίσως εκεί, κάτω από τον θόρυβο της καθημερινότητας και κάτω από το ίδιο το οδόστρωμα, να ρέει ανέμελα η απάντηση για τη λειψυδρία της Αττικής.



