Τι λέει η ετήσια έκθεση της ΤτΕ. Μεγάλες παθογένειες του αγροτικού τομέα ο μικρός κλήρος και το γερασμένο και ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό
Μικρός κλήρος, γερασμένο και ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, σε συνδυασμό με τα συνεχή… πισωγυρίσματα στις υποδομές λόγω της κλιματικής κρίσης συνθέτουν ένα σκηνικό προαναγγελθέντος θανάτου για την αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο θα περίμενε κανείς από μια σοβαρή κυβέρνηση σε μια σοβαρή χώρα -έστω και σε μεταμνημονιακή περίοδο- να υπάρχει ένα συνεκτικό σχέδιο ανασύστασης του αγροτικού τομέα, καθώς όλοι αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν πλεονεκτήματα στα οποία μπορεί να βασιστεί κανείς. Τι έχουμε δει στα επτάμισι χρόνια διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;
Εξι διαφορετικούς υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης (με τελευταίο τον Μαργαρίτη Σχοινά, που ανέλαβε μόλις την περασμένη εβδομάδα) οι οποίοι δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το αντικείμενο και αποδείχθηκαν «τροχονόμοι», αν όχι ενορχηστρωτές, σκανδάλων, με κυριότερο αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αυτός ήταν, εξάλλου, και ο λόγος για τον οποίο ο πολύπαθος οργανισμός απορροφήθηκε από την ΑΑΔΕ, καθώς η Κομισιόν και κυρίως η Ευρωπαική Εισαγγελία διερευνούν τη διασπάθιση εκατομμυρίων ευρώ κοινοτικών κονδυλίων.
Η ετήσια έκθεση της Τραπέζης της Ελλάδος, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, καταγράφει επ’ ακριβώς τις παθογένειες του αγροτικού τομέα, υπογραμμίζοντας ότι αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, η χώρα μας κινδυνεύει να χάσει το τρένο της εξέλιξης, με τους διεθνείς ανταγωνιστές να βρίσκονται ήδη πολλά βήματα μπροστά. Αρχικά, σημειώνεται ότι σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας η συμβολή του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα χαμηλή (4,3% – στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ., Μάρτιος 2026), ενώ σε όρους απασχόλησης οι απασχολούμενοι στην αγροτική παραγωγή αποτελούν το 11,5% της συνολικής απασχόλησης (στοιχεία Παγκόσμιας Τράπεζας 2024).
Ο αγροτικός τομέας πάσχει από δομικές ανισορροπίες, με συνέπεια τη χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά του τόσο διαχρονικά όσο και σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων βαίνει συνεχώς μειούμενος, δηλώνοντας τη συρρίκνωση του συγκεκριμένου τομέα, που αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε.-27.
Αυτό που διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση σε σχέση με την Ε.Ε.-27 και άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι η συντριπτική κυριαρχία των μικρών σε έκταση εκμεταλλεύσεων. Το 73% του συνολικού αριθμού των αγροτικών ιδιοκτησιών προς εκμετάλλευση στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα. Αν και οι μικρές εκμεταλλεύσεις αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα για το σύνολο της Ε.Ε.-27 (αντιπροσωπεύουν το 62,4% του συνόλου), το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο στην Ελλάδα από ό,τι στην Ε.Ε.-27, αλλά και σε άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες με παρόμοια δομή αγροτικής οικονομίας (Ιταλία και Ισπανία).
Αντίθετα, το ποσοστό είναι σημαντικά χαμηλότερο σε οικονομίες με τεχνικά προηγμένη αγροτική οικονομία, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Γαλλία. Η κυριαρχία του μικρού κλήρου είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας του εδάφους, με τους ορεινούς όγκους να διακόπτουν τις πεδινές εκτάσεις, καθώς και της μη ενθάρρυνσης, μέσω κατάλληλων κινήτρων, της συνένωσης των αγροτικών κλήρων.
Δημογραφικά χαρακτηριστικά
Επιπλέον, στην Ελλάδα πάνω από τις μισές ιδιοκτησίες τελούν υπό τη διαχείριση απασχολουμένων, ηλικίας άνω των 55 ετών. Αν και η Ελλάδα δεν αποτελεί τη μόνη χώρα με γερασμένο εργατικό δυναμικό στον αγροτικό τομέα, που αποτελεί απόρροια της γήρανσης του πληθυσμού, εντούτοις απέχει πολύ από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία ή η Ολλανδία, οι οποίες, μολονότι υποφέρουν επίσης από δυσμενή δημογραφικά χαρακτηριστικά, εμφανίζουν σαφώς μικρότερο ποσοστό της ηλιακής ομάδας άνω των 55 ετών που απασχολείται στον αγροτικό τομέα.
Η διαφορά σε σχέση με άλλες χώρες είναι εντονότερη όταν λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η ηλικία αλλά και το επίπεδο αγροτικής εκπαίδευσης. Είναι γεγονός ότι μόλις το 0,7% του συνόλου των αγροτικών ιδιοκτησιών στην Ελλάδα (συγκριτικά με το 10% για την Ε.Ε.-27) διαθέτει αγροτικό δυναμικό όλων των ηλικιακών ομάδων πλήρους αγροτικής εκπαίδευσης. Αποτέλεσμα αυτών των ιδιαιτεροτήτων του αγροτικού τομέα της Ελλάδας, δηλαδή του μικρού κλήρου και του γερασμένου και εξαιρετικά ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία και η πολύ μικρή συμμετοχή του αγροτικού τομέα στην προστιθέμενη αξία του συνόλου της οικονομίας.
Πράγματι, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) του αγροτικού τομέα (σε σταθερές τιμές) έχει έντονη μεταβλητότητα και δεν επιδεικνύει μια σταθερή ανοδική τάση. Εξάλλου, η ποσοστιαία συμμετοχή της στη συνολική πραγματική ΑΠΑ της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε από 6,2% το 2000 σε 3,3% στην αρχή της ελληνικής κρίσης χρέους το 2008 και παρέμεινε κοντά σε αυτά τα επίπεδα μέχρι και σήμερα (4,3% το 2025), καταγράφοντας έντονη στασιμότητα.
Χάσμα παραγωγικότητας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Μέχρι το 2005 η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα, μολονότι απείχε, ακολουθούσε την πορεία του αντίστοιχου δείκτη στη ζώνη του ευρώ, ώστε οι δύο μεταβλητές να κινούνται στον χρόνο παράλληλα. Ωστόσο, από το έτος αυτό και μετά οι μεταβλητές ακολουθούν αντίθετες πορείες: η μεταβλητή για την Ελλάδα παραμένει στάσιμη σε χαμηλά επίπεδα, ενώ για τη ζώνη του ευρώ καταγράφει ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα το χάσμα παραγωγικότητας να αυξάνεται. Πράγματι, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο ήταν το 2023 σχεδόν τρεις φορές μικρότερη στην Ελλάδα (σε σχέση με λιγότερο από δύο φορές το 1995) από το αντίστοιχο μέγεθος για τον μέσο όρο των οικονομιών της ζώνης του ευρώ.
Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται στις δομικές ανισορροπίες του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα σε σύγκριση με α) άλλες οικονομίες που διαθέτουν παρόμοια νοτιοευρωπαϊκή υποδομή στον συγκεκριμένο τομέα, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, β) οικονομίες με λιγότερο ανεπτυγμένο αγροτικό τομέα, όπως η Ρουμανία, και γ) οικονομίες με τεχνολογικά προηγμένη αγροτική οικονομία, όπως η Ολλανδία. Παρατηρείται ότι ο λόγος του ποσοστού απασχόλησης προς τη συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ για την Ελλάδα ανέρχεται σε 3,05, πολύ υψηλότερα από τους αντίστοιχους δείκτες για την Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία, οι οποίοι κυμαίνονται πέριξ της μονάδας, και σε παραπλήσια επίπεδα με τον δείκτη της Ρουμανίας. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλή συγκέντρωση εργατικού δυναμικού σε σχέση με την παραγόμενη αξία και συνεπώς από χαμηλή παραγωγικότητα.

