Με τη διατύπωση σαφών εκλογικών διλημμάτων με ορίζοντα τις κάλπες του 2027, επιθέσεις προς την αντιπολίτευση, αλλά και έντονες αιχμές για το εσωτερικό του κόμματος, ολοκληρώθηκε το 16ο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας (15-17 Μαΐου 2026) με την καταληκτική ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός έθεσε ως κεντρικό άξονα την κατάκτηση μιας τρίτης συνεχόμενης κυβερνητικής θητείας, μια επιδίωξη που, όπως ανέφερε, «δεν έχει ξαναγίνει στη νεοελληνική ιστορία», προτάσσοντας την πορεία της χώρας προς το 2030.
«Καρφιά» για το εσωτερικό: «Την ιστορία τη γράφουν οι παρόντες»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι αναφορές του πρωθυπουργού που ερμηνεύονται ως ευθείες αιχμές για εσωκομματικούς αντιπάλους, στελέχη που διαφοροποιούνται ή όσους επιλέγουν να απέχουν από τις κομματικές διεργασίες. Υπενθυμίζοντας ότι από τα 16 συνέδρια στα 52 χρόνια ιστορίας της ΝΔ, τα επτά έχουν οργανωθεί υπό τη δική του προεδρία, ο κ. Μητσοτάκης έστειλε ένα σαφές μήνυμα:
«Την ιστορία τη γράφουν πάντα μόνο οι παρόντες και οι συμμετέχοντες στους αγώνες».
Στο ίδιο πλαίσιο, στράφηκε εναντίον όσων ασκούν κριτική εκ των έσω ή από τα δεξιά της παράταξης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «παραδίδουμε στα γεγονότα τους “πατριώτες του καναπέ”» και ότι «αφήνουμε αιχμάλωτους των κραυγών τους στα τηλεοπτικά πάνελ τους λαϊκιστές». Παράλληλα, πρόσθεσε με νόημα πως «το συνέδριό μας δεν αθροίζει μονολόγους αλλά συνθέτει απόψεις», καθώς «εμείς δεν έχουμε face control στην είσοδο, ούτε και μοιραζόμαστε σε “πλατείες” και “εξώστες”».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωποποίησε το εκλογικό διακύβευμα, θέτοντας τη σύγκριση απευθείας ανάμεσα στον ίδιο και τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης (Ανδρουλάκη, Φάμελλο, Βελόπουλο, Κωνσταντοπούλου). Επανέφερε το ερώτημα για τη διαχείριση κρίσεων, αναφέροντας επί λέξει: «εάν στις 3:00 το πρωί χτυπήσει το πρωθυπουργικό τηλέφωνο, ποιος θα το σηκώσει και ποιος μπορεί να διαχειριστεί την επόμενη κρίση;».
Υποστήριξε ότι «αυτά δεν είναι δύσκολα, ούτε εκβιαστικά, ούτε ακραία διλήμματα», αλλά η πραγματικότητα που πρέπει να λάβουν υπόψη οι πολίτες. Συμπλήρωσε μάλιστα ότι «δεν είναι δουλειά μου να ωραιοποιώ καταστάσεις», διότι «διαφορετικά δεν θα διέφερα από τους θυμωμένους αλλά επί της ουσίας αφελείς και ανέμελους αντιπάλους μας». Κατηγόρησε μάλιστα την αντιπολίτευση ότι «ενώ εμείς σχεδιάζουμε το μέλλον, οι αντίπαλοί μας μάχονται για να γυρίσουμε στο παρελθόν», με κάποιους να επιχειρούν «να μας σύρουν στο χάος του 2015» και άλλους να μένουν «παγιδευμένοι στα ξύλινα συνθήματα του 1981».
Στο πεδίο της οικονομίας και του κυβερνητικού έργου, ο πρωθυπουργός έθεσε στενά χρονοδιαγράμματα και ξεκάθαρα όρια. Ανακοίνωσε ότι έως τα τέλη Αυγούστου πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι εκκρεμότητες του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 36 δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να ξεκινήσουν εκατοντάδες εγκαινιάσεις έργων. Παράλληλα, διαμήνυσε στο οικονομικό επιτελείο ότι η κυβέρνηση θα πει «μεγάλα όχι» στην παροχολογία, παραμένοντας αυστηρά εντός των ορίων του προϋπολογισμού, ενώ σχολίασε χαρακτηριστικά: «Έχω κουραστεί να ακούω μόνο τι θα δώσουμε. Η απάντηση είναι: όσα μπορούμε».
Σχετικά με τα εισοδήματα, σημείωσε ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 920 ευρώ με πρόβλεψη να «ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027», ενώ υποστήριξε ότι «το ενισχυμένο εισόδημα, οι διαρκείς αυξήσεις των μισθών, ονομαστικές αυξήσεις μισθών ή μειώσεις φόρων είναι το οριστικό ανάχωμα απέναντι στην ακρίβεια». Τέλος, έθεσε ως νέα κεντρική προτεραιότητα για την επόμενη τετραετία την «οργανωμένη μέριμνα για την τρίτη ηλικία και την ανακουφιστική φροντίδα στο ΕΣΥ», ενώ έκανε αναφορά στις θεσμικές αλλαγές μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, στους διορισμούς 40.000 εκπαιδευτικών και στην κατάσταση στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δηλώνοντας ότι «σήμερα δεν υπάρχει ούτε μία ενεργή κατάληψη σε κανένα δημόσιο πανεπιστήμιο».