Γενοκτονία, ιστορική μνήμη, διασπορά, πολιτική, τραύμα και δημόσια αναγνώριση. Πόσο «αυτονόητες» είναι τελικά οι ιστορίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά; Και τι συμβαίνει όταν αυτό που για μια κοινότητα θεωρείται βιωμένη ιστορική αλήθεια συναντά την ακαδημαϊκή συζήτηση, τις πολιτικές ισορροπίες και τις διεθνείς σχέσεις;
Ο δρ Θεμιστοκλής Κρητικάκος, Ελληνοαυστραλός ιστορικός και συγγραφέας με έδρα τη Μελβούρνη, έχει αφιερώσει την έρευνά του στη μελέτη των γενοκτονιών των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στις μακροχρόνιες συνέπειές τους στις κοινότητες των απογόνων.
Στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, εξετάζει την αναγνώριση των γενοκτονιών Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων στην Αυστραλία, φωτίζοντας όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα αλλά και το πώς η μνήμη, η σιωπή και οι αγώνες της διασποράς συνεχίζουν να διαμορφώνουν τον δημόσιο διάλογο μέχρι σήμερα.

Μιλώντας στο pontosnews.gr εξηγεί γιατί οι ιστορίες των τριών χριστιανικών πληθυσμιακών ομάδων δεν μπορούν να εξεταστούν ως τρεις ξεχωριστές διαδρομές· αναλύει το ρόλο που διαδραμάτισαν οι κοινότητες της διασποράς, στέκεται στη συμβολή των Αρμενίων στην οικοδόμηση στρατηγικών αναγνώρισης, περιγράφει πώς μεταφέρεται το διαγενεακό τραύμα, και τοποθετείται στη συζήτηση γύρω από τους όρους «γενοκτονία» και «εθνοκάθαρση».
Παράλληλα μιλά για τις δυσκολίες της δικής του έρευνας, τις μαρτυρίες που τον σημάδεψαν και το πώς η προσωπική του διαδρομή συναντά την ιστορία.
«Δεν πρόκειται για μεμονωμένες ή ασύνδετες περιπτώσεις»
Η αφετηρία της έρευνάς του ήταν οι προσπάθειες αναγνώρισης από τις αρμενικές, ελληνικές και ασσυριακές κοινότητες στην Αυστραλία. Ωστόσο, όπως εξηγεί, πολύ γρήγορα διαπίστωσε ότι πίσω από αυτές τις διεκδικήσεις υπήρχε κάτι ευρύτερο.
Στην πορεία, δηλαδή, κατανόησε ότι τα γεγονότα δεν αποτελούσαν τρεις παράλληλες ιστορίες αλλά μέρος μιας συνολικότερης διαδικασίας μαζικής βίας, η οποία εκτυλίχθηκε μεταξύ 1914 και 1923 στην Ανατολική Θράκη, στη Μικρά Ασία, στον Πόντο και στις γύρω περιοχές.
«Δεν πρόκειται για μεμονωμένες ή ασύνδετες περιπτώσεις. Οι ιστορίες αυτές συνδέονται βαθιά ως προς τη γεωγραφία, τη χρονολογία και τις μορφές βίας της ύστερης οθωμανικής περιόδου», λέει.
Και συνεχίζει: «Από την ηγεσία των Νεότουρκων που επιδίωκε τη διατήρηση της αυτοκρατορίας, έως το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα που στόχευε στη δημιουργία ενός ομοιογενούς εθνικού κράτους, διακρίνεται μια κοινή κατεύθυνση προς την απομάκρυνση πληθυσμών και τη δημογραφική αναδιάρθρωση».
Για τον Θεμιστοκλή Κρητικάκο, όταν οι τρεις περιπτώσεις εξετάζονται μαζί, αναδεικνύονται πιο καθαρά όχι μόνο οι ομοιότητες αλλά και οι διαφορές τους: «Όταν τα γεγονότα αυτά εξετάζονται από κοινού και όχι ως απομονωμένες περιπτώσεις, καθίστανται πιο εμφανείς οι μεταξύ τους συνδέσεις, ακόμη και αν υπάρχουν διαφορές ως προς την κλίμακα και τη συγκέντρωση της βίας».

Ωστόσο η έρευνά του δεν περιορίζεται μόνο στην ίδια την περίοδο της βίας. Εξίσου σημαντικές θεωρεί τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στους απογόνους των επιζώντων και τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα μεταδίδεται στις επόμενες γενιές. «Στη διασπορά ειδικότερα, οι ιστορίες αυτές συχνά διασταυρώνονται, τόσο στη βιωμένη εμπειρία όσο και στις συλλογικές προσπάθειες για αναγνώριση», εξηγεί.
Η Αυστραλία, η Καλλίπολη και όσα έμειναν στο περιθώριο
Το ενδιαφέρον του για την Αυστραλία δεν είναι τυχαίο. Στο βιβλίο του επιχειρεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε εκεί ο δημόσιος διάλογος γύρω από τις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όπως εξηγεί, η συζήτηση αυτή επηρεάστηκε τόσο από τη δράση της διασποράς όσο και από ευρύτερα εθνικά αφηγήματα που αναπτύχθηκαν μεταξύ Αυστραλίας και Τουρκίας.
Η Εκστρατεία της Καλλίπολης υπήρξε κομβική. Στις 25 Απριλίου 1915 δυνάμεις Anzac αποβιβάστηκαν στη χερσόνησο, σε μια επιχείρηση που έμελλε να μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για την αυστραλιανή εθνική ταυτότητα. «Μέσα από αυτή την εμπειρία διαμορφώθηκε και η σύγχρονη σχέση μεταξύ Αυστραλίας και Τουρκίας, η οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε ένα αφήγημα συμφιλίωσης», αναφέρει.
Αυτό το αφήγημα συνδέθηκε αργότερα με τον Μουσταφά Κεμάλ και με λόγους που αποδίδονται στον ίδιο προς τις μητέρες των πεσόντων Anzac – αν και, όπως επισημαίνει, η αυθεντικότητά τους έχει αμφισβητηθεί από ιστορικούς.
Ωστόσο θεωρεί ότι μέσα σε αυτή την ιστορία συμφιλίωσης χάθηκαν άλλες πτυχές: «Τα λόγια αυτά χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για να ενισχύσουν αφηγήματα συμφιλίωσης και φιλίας, ενώ παράλληλα συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που συχνά παραβλέπει όσα εκτυλίσσονταν την ίδια περίοδο».
Και συνεχίζει: «Σε αυτά περιλαμβάνεται η Γενοκτονία των Αρμενίων, η οποία ξεκίνησε στην Κωνσταντινούπολη μία ημέρα πριν από την έναρξη της Εκστρατείας της Καλλίπολης, καθώς και οι εκτοπίσεις περισσότερων από 30.000 Ελλήνων από την Καλλίπολη».
Οι κοινότητες που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη
Για τον δρ Θεμιστοκλή Κρητικάκο, οι κοινότητες της διασποράς δεν διαδραμάτισαν απλώς υποστηρικτικό ρόλο. Αντιθέτως, συνέβαλαν καθοριστικά στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ιστορίες διατηρήθηκαν, επανήλθαν στη δημόσια σφαίρα και τελικά διεκδίκησαν χώρο στον ιστορικό και πολιτικό διάλογο.
Όπως τονίζει, οι κοινότητες της διασποράς συνέβαλαν καταρχάς στην ανάδειξη αυτών των γεγονότων ως κοινής ιστορικής εμπειρίας Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων.
Ταυτόχρονα, ειδικά στην ελληνική περίπτωση, παρατηρεί μια αυξανόμενη προσπάθεια ένταξης των εμπειριών αυτών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ώστε να αποτυπωθεί πιο ολοκληρωμένα η στόχευση των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη, στη Μικρά Ασία και στις γύρω περιοχές.
Για πολλά χρόνια, σημειώνει, οι ιστορίες αυτές παρέμεναν κυρίως μέσα στις οικογένειες. Το τραύμα, η σιωπή, η απουσία ενός κοινού κινήματος αλλά και διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες δεν επέτρεπαν πάντοτε τη συγκρότηση ενός ενιαίου δημόσιου αφηγήματος. Ωστόσο αυτό, όπως λέει, άρχισε σταδιακά να αλλάζει.
«Η διασπορά αποτελεί το χώρο όπου ο ακτιβισμός έχει αναπτυχθεί με τον πιο σταθερό και ορατό τρόπο», εξηγεί.
Και συνεχίζει: «Παρά τους γεωπολιτικούς περιορισμούς που υπάρχουν σε κρατικό επίπεδο, οι κοινότητες της διασποράς προσφέρουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι ιστορίες μπορούν να συζητηθούν, να ερευνηθούν και να εκφραστούν δημόσια με μεγαλύτερη ελευθερία».

Κατά τον ίδιο, υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που εξηγεί τη σημασία τους: Η διασπορά βρίσκεται ταυτόχρονα κοντά και μακριά από τα ίδια τα γεγονότα. Διατηρεί τη σύνδεση με τις εμπειρίες βίας, αλλά η γεωγραφική και χρονική απόσταση επιτρέπει στις επόμενες γενιές να επιστρέψουν σε ζητήματα καταγωγής, ταυτότητας και ιστορικής μνήμης με διαφορετικούς όρους.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, οι οικογενειακές ιστορίες απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία. Προφορικές μαρτυρίες, προσωπικά αρχεία και κοινοτική τεκμηρίωση λειτούργησαν ως κομμάτια μιας ιστορίας που συχνά δεν είχε αποτυπωθεί επίσημα.
Πώς οι Αρμένιοι «έχτισαν» τη μάχη της αναγνώρισης
Ο Θεμιστοκλής Κρητικάκος στέκεται ιδιαιτέρως στο ρόλο της αρμενικής διασποράς, την οποία θεωρεί καθοριστική στη διαμόρφωση στρατηγικών αναγνώρισης και δημόσιας παρέμβασης. «Έχει πρωτοστατήσει στον ακτιβισμό επί δεκαετίες, αναπτύσσοντας σταθερές στρατηγικές οργάνωσης και δημόσιας παρέμβασης», σημειώνει.
Εξηγεί ότι αυτή η μακρόχρονη εμπειρία επηρέασε και άλλες κοινότητες. Στην Αυστραλία ειδικότερα, η στενή επαφή ανάμεσα σε αρμενικές, ελληνικές και ασσυριακές οργανώσεις ενίσχυσε μια περισσότερο κοινή προσέγγιση, όπου η διεκδίκηση αναγνώρισης δεν αναπτύχθηκε αποκλειστικά εντός των επιμέρους κοινοτήτων αλλά και μέσα από συνεργασίες.
«Ο ακτιβισμός αναπτύσσεται όχι μόνο εντός των επιμέρους κοινοτήτων αλλά και μέσα από διάλογο και συνεργασία μεταξύ τους, αντανακλώντας τις κοινές ιστορικές εμπειρίες τους», λέει.
Παράλληλα, παρατηρεί και μια αυξανόμενη έμφαση στην έρευνα. Όπως αναφέρει, τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ακαδημαϊκοί και ερευνητές ασχολούνται με τις ιστορίες αυτές στο αυστραλιανό πλαίσιο, συμβάλλοντας σε μια πιο συγκριτική και ουσιαστική κατανόηση.
Οι διαφορετικές διαδρομές Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων
Παρότι μιλά για κοινές εμπειρίες, ο ιστορικός επισημαίνει ότι οι τρεις περιπτώσεις δεν ακολούθησαν την ίδια πορεία.
Η αρμενική κοινότητα, εξηγεί, πέτυχε υψηλότερο επίπεδο διεθνούς αναγνώρισης ήδη από τη δεκαετία του 1960. Η γενοκτονία απέκτησε κεντρική θέση στην αρμενική εθνική ταυτότητα και επηρέασε τόσο τον δημόσιο λόγο όσο και τις πρακτικές μνήμης.
Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση η μνήμη και η αναγνώριση εξελίχθηκαν πιο κατακερματισμένα.
Όπως υποστηρίζει, οι Πόντιοι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναβίωση και διατήρηση της μνήμης που συνδέεται με τη γενοκτονία, ενώ η κινητοποίησή τους συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ευρύτερων προσπαθειών αναγνώρισης. Ταυτόχρονα όμως, άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη δεν ανέπτυξαν πάντοτε αντίστοιχες μορφές κινητοποίησης.
Ο ίδιος συνδέει αυτό το γεγονός με το τραύμα, με διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες αλλά και με τη μακρά περίοδο πολιτικής σιωπής που ακολούθησε στην Ελλάδα.
Αναφέρεται ακόμη στη δύσκολη υποδοχή των προσφύγων μετά το 1923, σε φαινόμενα κοινωνικού στίγματος αλλά και στην προσπάθεια διατήρησης σταθερών διπλωματικών σχέσεων με την Τουρκία.

Στην περίπτωση των Ασσυρίων, σημειώνει ότι η κατάσταση υπήρξε ακόμη πιο σύνθετη. Η απουσία κρατικής υπόστασης, οι εσωτερικοί διαχωρισμοί αλλά και μεταγενέστερα επεισόδια βίας –όπως η σφαγή του Σιμελέ το 1933 και οι διώξεις στο Ιράκ και στη Συρία μεταξύ 2014-2017–, δημιούργησαν επιπλέον δυσκολίες.
Οι αντιστάσεις και οι πολιτικές ευαισθησίες
Παρά τις αναγνωρίσεις που σημειώθηκαν σε ορισμένες αυστραλιανές πολιτείες, ο Θεμιστοκλής Κρητικάκος θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολιτικές και θεσμικές αντιστάσεις.
Όπως υπενθυμίζει, η Αυστραλία δεν έχει προχωρήσει σε ομοσπονδιακή αναγνώριση των γενοκτονιών Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων. Την ίδια στιγμή, όμως, η Νότια Αυστραλία, η Νέα Νότια Ουαλία και η Τασμανία έχουν κινηθεί διαφορετικά τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, εξηγεί ότι το ζήτημα εξακολουθεί να επηρεάζεται από ευρύτερες διπλωματικές και πολιτικές παραμέτρους: «Η συζήτηση είναι εφικτή και συνεχίζεται, αλλά εξακολουθεί να διαμορφώνεται από πολιτικές παραμέτρους, θεσμική επιφυλακτικότητα και ανταγωνιστικά ιστορικά αφηγήματα».
«Οι επόμενες γενιές κληρονομούν και τα κενά»
Σημαντικό μέρος της έρευνας του δρ Θεμιστοκλή Κρητικάκου αφορά τη διαγενεακή μνήμη και τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα μεταφέρεται στους απογόνους προσφύγων και επιζώντων.
Όπως εξηγεί, η διαδικασία αυτή σπάνια εξελίσσεται με άμεσο ή ολοκληρωμένο τρόπο. Εκείνο που συχνά περνά από γενιά σε γενιά δεν είναι μια πλήρης αφήγηση αλλά κάτι πιο αποσπασματικό: μικρές ιστορίες, συναισθήματα, σιωπές και ένα διάχυτο αίσθημα απώλειας.
Ιδιαιτέρως σημαντική θεωρεί τη σιωπή. Όχι ως απουσία μνήμης αλλά ως έναν τρόπο διαχείρισης εμπειριών που για πολλούς επιζώντες ήταν δύσκολο να περιγραφούν.
«Οι επόμενες γενιές συχνά μεγαλώνουν με την αίσθηση ότι έχει συμβεί κάτι βαθιά τραυματικό, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουν ακριβώς τι», λέει. Και συνεχίζει: «Οι απόγονοι κληρονομούν όχι μόνο τις μνήμες αλλά και τα κενά τους».
Κατά τον ίδιο, αυτό δημιουργεί μια σύνθετη σχέση με το παρελθόν. Οι νεότερες γενιές αισθάνονται συχνά την ανάγκη να μάθουν περισσότερα, να κατανοήσουν και να δώσουν φωνή σε ιστορίες που παρέμειναν ανείπωτες.
Αυτή η ανάγκη, όπως επισημαίνει, είναι ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική. Δεν αφορά μόνο την οικογενειακή ιστορία αλλά και την αίσθηση ότι αυτές οι εμπειρίες αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης αφήγησης, η οποία δεν έχει αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε.
Για τον ίδιο, αυτό που παρατηρείται σήμερα είναι μια μετάβαση: «Από τη σιωπή στην έκφραση και από την αποσπασματική μνήμη σε μια πιο συνειδητή και δημόσια κατανόηση».
Οι δυσκολίες της έρευνας και οι ιστορίες που τον σημάδεψαν
Όταν μιλά για τη συγγραφή του βιβλίου του, ο Θεμιστοκλής Κρητικάκος περιγράφει μια διαρκή προσπάθεια ισορροπίας. Η μεγαλύτερη δυσκολία, όπως λέει, ήταν να συνδυάσει διαφορετικές ιστορίες που ήταν ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένες αλλά και διακριτές, δίνοντας την απαραίτητη προσοχή σε καθεμία.
Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να εργαστεί με μνήμες απογόνων, να διαχειριστεί ευαισθησίες διαφορετικών κοινοτήτων και παράλληλα να αξιοποιήσει την προφορική ιστορία ως βασικό στοιχείο της έρευνας.
Το ζητούμενο, όπως εξηγεί, ήταν να μη χαθεί η ανθρώπινη διάσταση του θέματος μέσα στην ανάλυση.
Υπήρξαν όμως και στιγμές που τον επηρέασαν προσωπικά. Όπως παραδέχεται, οι ιστορίες ακραίας βίας –ιδιαιτέρως εκείνες που αφορούσαν γυναίκες και παιδιά– τον σημάδεψαν βαθιά. Παράλληλα όμως, του επέτρεψαν να κατανοήσει καλύτερα γιατί τόσοι επιζώντες δεν μιλούσαν ποτέ για όσα έζησαν.
Αναφέρεται επίσης στο βάρος που συχνά αισθάνονται οι απόγονοι όταν προσπαθούν να κατανοήσουν ένα παρελθόν που παραμένει ανοιχτό. Το τραύμα, η σιωπή, η αποσπασματική μνήμη αλλά και το σοκ που συνοδεύει την ανακάλυψη στοιχείων γύρω από την οικογενειακή ιστορία, επανέρχονται συχνά μέσα σε διαφορετικές οικογένειες και κοινότητες.
Γενοκτονία ή εθνοκάθαρση;
Το πιο… αιχμηρό ίσως σημείο της συζήτησης έρχεται όταν περνά στο ζήτημα της ορολογίας.
Σχολιάζοντας τις προσεγγίσεις που απορρίπτουν τον όρο «γενοκτονία» για την περίπτωση των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προτιμούν τον όρο «εθνοκάθαρση», αναγνωρίζει ότι υπάρχει θεμιτή ακαδημαϊκή συζήτηση γύρω από τους ορισμούς.
Ωστόσο θεωρεί ότι ορισμένες προσεγγίσεις βασίζονται σε πιο περιοριστικά και παλαιότερα πλαίσια: «Ορισμένοι ιστορικοί δεν αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία των Ελλήνων και των Ασσυρίων, ακόμη και όταν αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία των Αρμενίων», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον δρ Θεμιστοκλή Κρητικάκο, η εφαρμογή διαφορετικών ερμηνευτικών εργαλείων σε κοινότητες που στοχοποιήθηκαν ταυτόχρονα, με παρόμοιες μεθόδους και στο πλαίσιο μιας κοινής διαδικασίας βίας, μπορεί να οδηγήσει σε προβληματικά συμπεράσματα. «Η εφαρμογή διαφορετικών πλαισίων μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα που αντανακλούν περισσότερο ορολογικές επιλογές παρά την ιστορική πραγματικότητα», αναφέρει.
Στη συνέχεια αναπτύσσει ένα ευρύτερο επιχείρημα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η πρόθεση στις γενοκτονίες.
Όπως εξηγεί, οι δράστες δεν λειτουργούν πάντοτε με σαφείς και δημόσια διατυπωμένες εντολές. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ευφημισμούς, έμμεσες πρακτικές, αποκεντρωμένες μορφές βίας και μηχανισμούς αποποίησης ευθύνης. Για το λόγο αυτό, όπως λέει, οι ιστορικοί οφείλουν να εξετάζουν όχι μόνο τα επίσημα κρατικά αρχεία αλλά και μαρτυρίες επιζώντων, κοινοτικές μνήμες, εξωτερικές παρατηρήσεις και δημογραφικά δεδομένα.
Κάνει επίσης μια προσωπική αναφορά: Ως απόγονος επιζώντων και ο ίδιος, με παππούδες από την πλευρά της μητέρας του από τη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, γνωρίζει –όπως λέει– τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη και το τραύμα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.
Διευκρινίζει ωστόσο ότι η εργασία του βασίζεται στην ιστορική μέθοδο και την κριτική ανάλυση και υπογραμμίζει ότι η προσωπική σχέση με ένα θέμα δεν αναιρεί την επιστημονική αυστηρότητα.

Κλείνοντας, επιστρέφει ουσιαστικά στο βασικό ερώτημα του βιβλίου του: «Το ερώτημα δεν είναι αν μια περίπτωση ταιριάζει σε ένα στενό πρότυπο, αλλά αν τα πλαίσια ανάλυσής μας είναι αρκετά ευέλικτα ώστε να αποδώσουν τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους καταστράφηκαν ολόκληρες κοινότητες».
Και ίσως εκεί βρίσκεται και το βασικό μήνυμα που θέλει να κρατήσει ο αναγνώστης: ότι αυτές οι ιστορίες δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Συνεχίζουν να διαμορφώνουν ζωές, ταυτότητες και μνήμες μέχρι σήμερα.
ΠΗΓΗ: pontosnews.gr

