Δύο σοβαρούς κινδύνους καλούνται να σταθμίσουν οι ελληνικές τράπεζες μετά τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον νόμο Κατσέλη, παρότι ο Moody’s εκτιμά ότι οι συνολικές επιπτώσεις παραμένουν διαχειρίσιμες.
Ο πρώτος αφορά το ενδεχόμενο νέας δικαστικής διαμάχης, εφόσον η άρνηση επιστροφής χρημάτων σε δανειολήπτες με ολοκληρωμένες ή αθετημένες ρυθμίσεις αμφισβητηθεί επιτυχώς.
Ο δεύτερος σχετίζεται με τον κίνδυνο επέκτασης των αξιώσεων και σε άλλες κατηγορίες δανειοληπτών, εάν όσοι έχουν προχωρήσει σε ρυθμίσεις μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ή διμερών αναδιαρθρώσεων επικαλεστούν την ίδια νομολογία, διευρύνοντας σημαντικά την περίμετρο των πιθανών αποζημιώσεων πέρα από το αρχικό κονδύλι των περίπου 700 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για δύο κατάφωρες αδικίες που προήλθαν από τις ρυθμίσεις που ψήφισε το υπουργείο Οικονομικών, υποτίθεται σε εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου, με νομικούς ήδη να αναφέρουν πως εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα για το επόμενο διάστημα.
Παρά τους παραπάνω κινδύνους, ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης θεωρεί ότι το πιθανό κόστος που μπορεί να προκύψει από τις δικαστικές εκκρεμότητες που συνδέονται με τον νόμο Κατσέλη δεν απειλεί τη σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Σύμφωνα με τον Moody’s, ακόμη κι αν υπάρξουν πρόσθετες επιβαρύνσεις από δικαστικές αποφάσεις, οι επιπτώσεις στην κερδοφορία και στους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών αναμένεται να παραμείνουν περιορισμένες.
Ο αμερικανικός οίκος επισημαίνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πρόκληση από σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Οι τράπεζες έχουν ήδη μειώσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους, μεταβιβάζοντας μεγάλο μέρος των «κόκκινων» δανείων σε επενδυτικά funds, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχύσει σημαντικά την κεφαλαιακή τους βάση και την κερδοφορία τους.
Παρότι οι εκκρεμείς υποθέσεις του νόμου Κατσέλη μπορεί να οδηγήσουν σε πρόσθετες προβλέψεις ή ακόμη και σε διαγραφές δανείων, ο Moody’s εκτιμά ότι το συνολικό οικονομικό βάρος μπορεί να απορροφηθεί χωρίς να τεθεί υπό πίεση η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Κεντρικό στοιχείο της αξιολόγησης αποτελεί η σημαντική ενίσχυση της κεφαλαιακής θέσης των ελληνικών τραπεζών. Η ενίσχυση αυτή, σύμφωνα με τον οίκο, επιτρέπει στις τράπεζες να απορροφήσουν ακόμη και έκτακτες επιβαρύνσεις, χωρίς να χρειαστεί να περιορίσουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας ή να αναθεωρήσουν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό τους.
Οι δικαστικές εκκρεμότητες του νόμου Κατσέλη εξακολουθούν να αποτελούν έναν παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς ορισμένες αποφάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες απώλειες από εκείνες που είχαν αρχικά υπολογιστεί. Ωστόσο, ο Moody’s εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη σχηματίσει επαρκείς προβλέψεις και διαθέτουν τα αναγκαία κεφαλαιακά αποθέματα για να καλύψουν τις πιθανές επιβαρύνσεις, διατηρώντας θετικές τις προοπτικές τους για την περίοδο 2026-2027.
