Η είδηση των ημερών είναι αυτή η φωτογραφία. Αποτυπώνει εύγλωττα, ιδανικά θα ’λεγε κάποιος οξυδερκής νεοδημοκράτης «αναλυτής» (πάντα με το αζημίωτο), τις επιδόσεις μα και τις δυνατότητες του ελληνόφωνου πολιτικού κόσμου. Ειδικότερα, αποτελεί ένα απείκασμα της εμπειρίας του ζην σε καθεστώς υπαρκτού μητσοτακισμού.
Επειδή γράμματα δεν ξέρουμε πολλά και όποτε αντικρίζουμε κάτι τόσο μεγαλειώδες ξεχνάμε ακόμα και τα λίγα που μισοξέρουμε, θα χρειαστούμε τις δυνατότητες ενός μεγάλου μετρ για να περιγράψουμε ό,τι βλέπουμε. Συνελόντι ειπείν, η φωτό θυμίζει όσα έγραφε ο αξεπέραστος Αμερικανός συγγραφέας μακάβριων ιστοριών και αφηγημάτων τρόμου Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (φωτό κάτω) στη θρυλική μονογραφία του «Ο υπερφυσικός τρόμος στη λογοτεχνία».

Πρωτοεκδόθηκε το 1827. Ο Λάβκραφτ έζησε λίγο (γεν. 1890 – απεβ. 1937), αλλά επηρέασε πολύ πολλές μορφές τέχνης. Απολαύστε το ξεκίνημα της σπουδαίας λαβκράφτειας ξενάγησης του αναγνώστη στο πεδίο του λογοτεχνικού τρόμου: «Το αρχαιότερο και ισχυρότερο συναίσθημα του ανθρώπου είναι ο φόβος· και η αρχαιότερη και ισχυρότερη μορφή φόβου είναι ο φόβος του αγνώστου. Ελάχιστοι ψυχολόγοι θα αμφισβητούσαν αυτές τις αλήθειες, και η αποδοχή τους αρκεί για να θεμελιώσει διαχρονικά τη γνησιότητα και την αισθητική αξία της παράξενης λογοτεχνίας του τρόμου ως αυτοτελούς λογοτεχνικού είδους.
Εναντίον της εξαπολύονται όλα τα βέλη ενός υλιστικού ορθολογισμού, που αναγνωρίζει ως πραγματικές μόνο τις γνώριμες συγκινήσεις και τα εξωτερικά γεγονότα, καθώς και ενός αφελούς και άνευρου ιδεαλισμού, ο οποίος υποτιμά το αισθητικό κίνητρο και απαιτεί μια διδακτική λογοτεχνία, προορισμένη να ανυψώνει τον αναγνώστη σε μια αυτάρεσκη αισιοδοξία. Παρ’ όλη όμως αυτή την αντίσταση, η λογοτεχνία του αλλόκοτου όχι μόνο επέζησε, αλλά εξελίχθηκε και έφτασε σε αξιοσημείωτα επίπεδα τελειότητας, επειδή στηρίζεται σε μια βαθιά και πρωταρχική αρχή, της οποίας η απήχηση, αν και όχι πάντοτε καθολική, παραμένει αναγκαστικά έντονη και διαρκής για όσους διαθέτουν την απαιτούμενη ευαισθησία.
Η γοητεία του φασματικού και του μακάβριου απευθύνεται συνήθως σε περιορισμένο κοινό, γιατί προϋποθέτει από τον αναγνώστη έναν ορισμένο βαθμό φαντασίας και την ικανότητα να αποσπάται από την καθημερινότητα. Σχετικά λίγοι είναι αρκετά ελεύθεροι από τα δεσμά της ρουτίνας ώστε να αφουγκραστούν τα χτυπήματα που έρχονται από τον έξω κόσμο· γι’ αυτό και οι ιστορίες που πραγματεύονται συνηθισμένα συναισθήματα και γεγονότα, ή τις κοινότοπες συναισθηματικές παραμορφώσεις τους, θα κατέχουν πάντοτε την πρώτη θέση στις προτιμήσεις της πλειονότητας. Και ίσως δικαιολογημένα, αφού αυτά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ωστόσο, οι ευαίσθητοι άνθρωποι υπήρχαν πάντοτε, ενώ καμιά φορά μια παράξενη σπίθα φαντασίας εισχωρεί ακόμη και στις πιο δύσκαμπτες διάνοιες. Ετσι, καμία ορθολογική ερμηνεία, καμία κοινωνική μεταρρύθμιση και καμία φροϋδική ανάλυση δεν κατορθώνει να εξαλείψει εντελώς τη συγκίνηση που προκαλεί ένας ψίθυρος δίπλα στο τζάκι ή ένα μοναχικό δάσος. Εδώ εκδηλώνεται ένα ψυχολογικό πρότυπο, μια παράδοση τόσο πραγματική και τόσο βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη ψυχή όσο κάθε άλλη. Είναι συνομήλικη με το θρησκευτικό αίσθημα, συγγενεύει στενά με πολλές εκφάνσεις του και αποτελεί τόσο ουσιώδες μέρος της βιολογικής μας κληρονομιάς, ώστε εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση σε μια μικρή αριθμητικά, αλλά εξαιρετικά σημαντική, μερίδα της ανθρωπότητας.
Τα πρώτα ένστικτα και συναισθήματα του ανθρώπου γεννήθηκαν ως απαντήσεις στο περιβάλλον μέσα στο οποίο βρέθηκε να ζει. Σαφή αισθήματα, βασισμένα στην ηδονή και στον πόνο, αναπτύχθηκαν γύρω από τα φαινόμενα των οποίων κατανοούσε τις αιτίες και τα αποτελέσματα. Γύρω όμως από όσα δεν μπορούσε να εξηγήσει (και στις απαρχές της ιστορίας το σύμπαν έσφυζε από τέτοια μυστήρια) πλέχτηκαν φυσικά προσωποποιήσεις, θαυμαστές ερμηνείες και αισθήματα δέους και φόβου, όπως θα συνέβαινε σε ένα γένος με ελάχιστες γνώσεις και περιορισμένη εμπειρία.
Το άγνωστο, ακριβώς επειδή ήταν και απρόβλεπτο, έγινε για τους πρωτόγονους προγόνους μας μια φοβερή και παντοδύναμη πηγή τόσο ευεργεσιών όσο και συμφορών, που έπλητταν την ανθρωπότητα για ακατανόητους και εντελώς εξωγήινους λόγους. Ετσι, το άγνωστο συνδέθηκε με σφαίρες ύπαρξης για τις οποίες δεν γνωρίζουμε τίποτε και στις οποίες δεν έχουμε καμία συμμετοχή. Και το φαινόμενο του ονείρου συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιδέας ενός άυλου ή πνευματικού κόσμου. Γενικότερα, όλες οι συνθήκες της πρωτόγονης ζωής ευνοούσαν τόσο έντονα την αίσθηση του υπερφυσικού, ώστε δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το πόσο βαθιά εμποτίστηκε η ίδια η ανθρώπινη φύση από τη θρησκεία και τη δεισιδαιμονία».
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»



