Η υπογραφή της Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας Σαουδικής Αραβίας – Τουρκίας – Πακιστάν δεν θα μπορούσε, προφανώς, να αποτραπεί από καμία ελληνική κυβέρνηση.
Ομως, το πρόβλημα με τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον εξωκοινοβουλευτικό υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, είναι ότι βρίσκονταν -και σε αυτό το θέμα- εντελώς εκτός πραγματικότητας. Στο άλλο άκρο, θεωρώντας τους δεσμούς Αθήνας – Ριάντ εξόχως προνομιακούς. Χωρίς μεγάλο κίνδυνο παρέμβασης της Αγκυρας και με ελληνικό προβάδισμα ως αποτέλεσμα της καλλιέργειας προσωπικών σχέσεων του κ. Μητσοτάκη με τον πρίγκιπα-διάδοχο και πρωθυπουργό, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν («MBS»).
Αριστα ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι λίγες ημέρες πριν από την επίμαχη Συμφωνία της 7ης Αυγούστου το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών διέθετε κάποιες πληροφορίες περί επικείμενης υπογραφής της. Δεν ανησύχησε ιδιαίτερα και βασίστηκε σε ένα μήνυμα της σαουδαραβικής πλευράς που αποκοίμισε περαιτέρω την κυβέρνηση. Το μήνυμα ήταν του τύπου «μην ανησυχείτε, η Συμφωνία αφορά μόνο θέματα αμυντικής βιομηχανίας και συμπαραγωγών», ενώ αποδείχθηκε ότι περιέχεται ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης. Νωρίτερα, στις 21 Ιουνίου 2026, η Αθήνα είχε πάλι αιφνιδιαστεί από τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των τριών χωρών της Συμφωνίας και της Αιγύπτου, στο Κάιρο, υπό συντονισμό των ΗΠΑ σε υψηλό επίπεδο. Τότε κρίθηκε επαρκής η αντιμετώπιση των εξελίξεων με τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του κ. Γεραπετρίτη με τον Αιγύπτιο ομόλογό του. Μάλιστα, το επιτελείο του υπουργού Εξωτερικών φέρεται ακόμα και να αναθάρρησε όταν ακυρώθηκε, την τελευταία στιγμή, η συμμετοχή του Σαουδάραβα υπουργού Εξωτερικών, ως παρατηρητή, σε παράλληλη συνεδρίαση κατά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, στις 7 Ιουλίου. Η ακύρωση της συμμετοχής αξιολογήθηκε, λανθασμένα, σαν δείγμα διαφωνιών Αγκυρας – Ριάντ, ενώ την ίδια ώρα οι παρασκηνιακές εξελίξεις ήταν εντελώς διαφορετικές.
Δυστυχώς, πρόκειται για άλλη μια αποτυχία -ακριβώς αυτής- της ιδιότυπης προσωπικής διπλωματίας που ασκεί ο πρωθυπουργός μαζί με τα συνήθη επικοινωνιακά πυροτεχνήματα εσωτερικής εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο του 2022, μετά τις συνομιλίες, στην Αθήνα, μεταξύ του κ. Μητσοτάκη και του «MBS», οι διαρροές από το Μέγαρο Μαξίμου έκαναν λόγο για επικείμενες συμφωνίες άμεσων επενδύσεων 4 δισεκατομμυρίων ευρώ! Ασφαλώς, ένα τέτοιο σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να υλοποιηθεί. Τελικά, οι «καθαρές» άμεσες επενδύσεις από τη Σαουδική Αραβία ήταν 9 εκατομμύρια ευρώ το 2022, αρνητικές κατά 20 εκατ. ευρώ το 2023, 12 εκατ. ευρώ το 2024 και περίπου στο ίδιο επίπεδο (ανεπίσημη ακόμη εκτίμηση) το 2025. Το δε συνολικό σαουδαραβικό «απόθεμα» άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα εκτιμάτο σε μόλις 64 εκατ. ευρώ στα μέσα του 2025. Τουλάχιστον το τρέχον έτος σημειώθηκε κάποια πρόοδος στο σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης των δύο χωρών, αν και εκκρεμεί ακόμη η λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης.
Παράλληλα, με την ίδια μέθοδο των σκόπιμων υπερβολών, έχει καλλιεργηθεί η λανθασμένη εικόνα πως η αεράμυνα της Σαουδικής Αραβίας εξαρτάται, σχεδόν αποκλειστικά, από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot (με περίπου 100 στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας) στην πόλη Γιανμπού, στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας. Ο ρόλος της Ελληνικής Δύναμης Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ) από τα τέλη του 2021 είναι όντως σημαντικός και η δράση της πολύ επιτυχημένη (κατάρριψη πυραύλων και drones και απόκτηση επιχειρησιακής πείρας), αλλά αποτελεί μόνον ένα μέρος του πολυεθνικού σχεδίου «Ολοκληρωμένης Πυραυλικής Αμυνας» της Σαουδικής Αραβίας (IAMD). Στην IAMD συμμετέχουν, εκτός της Ελλάδας και της ίδιας της φιλοξενούσας χώρας, η Βρετανία, τα ΗΑΕ, οι ΗΠΑ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Πακιστάν. Η όποια σαουδαραβική «ευγνωμοσύνη» μοιράζεται μεταξύ αυτών των χωρών και, ατυχώς, ουδέποτε εξελίχθηκε σε σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα της Ελλάδας.
Υπό τα νέα δεδομένα της «Συμφωνίας της Μέκκας», το δίλημμα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση είναι η ανάκληση ή μη της πυροβολαρχίας Patriot. Από τη μία πλευρά, είναι στρατηγικά λανθασμένο, αντιφατικό ή και παγκόσμια πρωτοτυπία η Ελλάδα να συμμετέχει στην άμυνα μιας χώρας που, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να στραφεί εναντίον της (διπλωματικά ή και στρατιωτικά), αν η Τουρκία ζητήσει τη συνδρομή της λόγω δήθεν εξωτερικής επίθεσης. Από την άλλη πλευρά, η απόφαση εσπευσμένης επιστροφής της ΕΛΔΥΣΑ θα επιδείνωνε τις διμερείς διπλωματικές σχέσεις και θα αποτελούσε αφορμή για την καθυστέρηση υλοποίησης ή και αθέτηση των υποσχέσεων του Ριάντ προς την Αθήνα.
Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η κυβέρνηση παραμένει αναποφάσιστη. «Αγοράζοντας χρόνο», ισχυρίζεται -ανεπίσημα- ότι η ανανέωση της συμφωνίας παραμονής των Patriot στη Σαουδική Αραβία δεν γίνεται πλέον σε ετήσια, αλλά σε μηνιαία βάση. Αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές και η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Συγκεκριμένα, πέρυσι το Σεπτέμβριο το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την ανανέωση της παραμονής της ΕΛΔΥΣΑ κατά ακόμα έναν χρόνο, από τον Νοέμβριο του 2025 ως τον Νοέμβριο του 2026. Επιπλέον -για πρώτη φορά από το 2021- εγκρίθηκε η πρόβλεψη («οψιόν») αυτόματης παράτασης της Συμφωνίας για ακόμα έναν χρόνο υπό τους ίδιους όρους και με τον ίδιο εξοπλισμό. Μέχρι, δηλαδή, τον Νοέμβριο του 2027. Η εναλλακτική εκδοχή, περί επαναξιολόγησης σε μηνιαία βάση, λέγεται ότι προέκυψε από τον περασμένο Μάρτιο λόγω των αυξημένων εθνικών αναγκών μετά την περιφερειακή αστάθεια που προκαλεί η κρίση στο Ιράν.
Ωστόσο, η μηνιαία επαναξιολόγηση παραμένει σε θεωρητική βάση, χωρίς σχετική ενημέρωση προς τη Σαουδική Αραβία και τις συμμαχικές Αρχές της IAMD. Και ουσιαστικά δεν τίθεται θέμα ετήσιας, εξάμηνης ή μηνιαίας περιοδικότητας, γιατί -ούτως ή άλλως- ανάκληση των Patriot μπορούσε και μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή. Η Πολεμική Αεροπορία διατηρούσε και διατηρεί την πλήρη κυριότητα και απόλυτη εξουσία επί των Patriot με μοναδική εξαίρεση, όπως συμβαίνει σε όλες τις παρόμοιες πολυεθνικές αποστολές, τη λήψη τακτικών αποφάσεων κατά τη διάρκεια αναχαιτίσεων από την IAMD. Εξάλλου, όπως επίσης προβλέπεται σε όλες τις ανάλογες διακρατικές συμφωνίες, υπάρχει και πρόβλεψη καταγγελίας της ισχύος της Συμφωνίας Αθήνας – Ριάντ με συγκεκριμένες διαδικασίες και χρονικά στάδια. Επομένως, η δυνατότητα μηνιαίας επαναξιολόγησης υπήρχε από την αρχή και δεν αποτελεί κάποια φαεινή ιδέα του Μεγάρου Μαξίμου μετά τον αιφνιδιασμό της σύμπραξης Ριάντ – Αγκυρας – Ισλαμαμπάντ. Στο εξής το μείζον ζήτημα θα είναι η ορθή αξιολόγηση, η ενδεχόμενη απόφαση και ο χρόνος πιθανής καταγγελίας της Συμφωνίας Ελλάδας – Σαουδικής Αραβίας, απαιτώντας λεπτούς ελληνικούς χειρισμούς κατά τη μεταβατική περίοδο απόσυρσης του συστήματος.
Προοδευτικά η όλη κατάσταση εξελίσσεται σε αυτοπαγίδευση της Ελλάδας. Με προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού, καθώς ούτε τον Οκτώβριο του 2023 (τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ και πυραυλικές απειλές των Χούθι) ούτε τον Μάρτιο του 2023 (Ιράν και Χούθι) αποδέχθηκε τις εισηγήσεις επαναπατρισμού της ΕΛΔΥΣΑ και των Patriot με το λογικό επιχείρημα των αυξημένων εθνικών αναγκών. Προτίμησε τη σύσφιγξη των προσωπικών σχέσεων και τα προσδοκώμενα διπλωματικά και επενδυτικά ανταλλάγματα που ποτέ δεν ήρθαν. Και φυσικά, υπό τα σημερινά δεδομένα, παραμένει μακρινό όνειρο το μέχρι πρότινος φημολογούμενο αντάλλαγμα του -μερικού ή συνολικού- εκσυγχρονισμού των ελληνικών Patriot με δαπάνες της Σαουδικής Αραβίας (κατά μετριοπαθείς υπολογισμούς ο προϋπολογισμός ξεπερνά τα 350 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται το μεγάλο κόστος επαναπιστοποίησης – συντήρησης των βλημάτων).

