Η δημόσια εικόνα του ανθρώπου που ηγήθηκε της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στην πανδημία διαλύεται πλέον με κρότο. Ο Αντονι Φάουτσι, ο επιστήμονας που ταυτίστηκε όσο κανείς με τα μέτρα της υγειονομικής «καραντίνας» στις ΗΠΑ, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή αμφισβήτηση (σ.σ.: ακόμα και από πρώην θαυμαστές του), καθώς οι αποκαλύψεις γύρω από τα πεπραγμένα του φέρνουν στο φως ένα βαθύ έλλειμμα διαφάνειας. Η τακτική της απόλυτης «επιστημονικής» αυθεντίας, που επιβλήθηκε στο όνομα της δημόσιας υγείας και ασφάλειας, αφήνει πλέον πίσω της σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό κατεστημένο διαχειρίστηκε την πληροφόρηση και την προστασία των πολιτών.
Στις πρόσφατες ακροαματικές διαδικασίες ενώπιον των αμερικανικών κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, ο πρώην επικεφαλής του NIAID (Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων) επέλεξε να επικαλεστεί το… δικαίωμα της σιωπής, ως να είναι ο «Αμερικανός Φραπές». Η άρνηση παροχής ξεκάθαρων απαντήσεων σε δεκάδες καίρια ερωτήματα οδήγησε τις αρμόδιες Αρχές στην απόφαση να παραπέμψουν τον άλλοτε πανίσχυρο αξιωματούχο στη Δικαιοσύνη με την κατηγορία της παρακώλυσης κοινοβουλευτικής έρευνας.
Οσο στην Ελλάδα τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην ενημέρωση παραμένουν στο απυρόβλητο, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η κατάσταση λαμβάνει σοβαρότατες διαστάσεις. Η κριτική απέναντι στις επιλογές του Φάουτσι δεν περιορίζεται μόνο στη ρητορική του. Εντοπίζεται στις καταστροφικές συνέπειες των παρατεταμένων περιορισμών στην οικονομία, στο σφράγισμα των σχολείων και στην ψυχική φθορά της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, η αυστηρή επιβολή των μέτρων και η περιθωριοποίηση κάθε διαφορετικής επιστημονικής προσέγγισης μετέτρεψαν τη δημόσια υγεία σε πεδίο χουλιγκανικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικά είναι τα στοιχεία που αφορούν τη διαχείριση των πληροφοριών σχετικά με την προέλευση του ιού. Η προσπάθεια να υποβαθμιστεί εξ αρχής κάθε συζήτηση για πιθανή διαρροή από εργαστήριο, σε συνδυασμό με την απόκρυψη των χρηματοδοτήσεων που διοχετεύονταν σε επικίνδυνα ερευνητικά προγράμματα, δείχνει μια μεθοδευμένη προσπάθεια αποποίησης ευθυνών. Ακόμα και οι πολιτικές καλύψεις του παρελθόντος φαίνονται πλέον ανεπαρκείς μπροστά στον όγκο των νέων δεδομένων.
Τα στοιχεία που προέρχονται από τις ιδιωτικές επικοινωνίες των ανώτατων υγειονομικών αξιωματούχων των ΗΠΑ αποκαλύπτουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από αυτή που διοχετευόταν στα μέσα ενημέρωσης. Γραπτά μηνύματα δείχνουν ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν από νωρίς τις πιθανές παρενέργειες των σκευασμάτων, όπως οι έντονες φλεγμονώδεις αντιδράσεις και οι πιθανοί κίνδυνοι για ευπαθείς ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των εγκύων. Αντί, όμως, να ενημερώσουν υπεύθυνα την κοινή γνώμη, προτίμησαν να περιθωριοποιήσουν τις ενστάσεις, προκειμένου να μη διαταραχθεί η εξέλιξη της εμβολιαστικής εκστρατείας.

Παράλληλα, τα προσωπικά γραπτά του ίδιου του Φάουτσι φανερώνουν μια έντονη προσήλωση στην προσωπική του προβολή και τη δημοσιότητα, την ώρα που ελάμβανε αποφάσεις που καθόριζαν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Το πιο αποκαλυπτικό σημείο, ωστόσο, παραμένει η απόκλιση ανάμεσα στις ιδιωτικές εκτιμήσεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις του: ενώ στις σημειώσεις του αναγνώριζε ότι τα ποσοστά θνητότητας από τον ιό ήταν συγκρίσιμα με αυτά μιας σοβαρής εποχικής γρίπης, στις δημόσιες παρεμβάσεις του καλλιεργούσε ένα κλίμα πανικού, παρουσιάζοντας την απειλή ως πολλαπλάσια θανατηφόρα.
Η περίπτωση του Αμερικανού αξιωματούχου αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης νοσηρότητας που διαπότισε το παγκόσμιο σύστημα λήψης αποφάσεων. Οταν η επιστημονική γνώση μετατρέπεται σε όργανο επιβολής και οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες με γνώμονα πολιτικές σκοπιμότητες, το πλήγμα στην αξιοπιστία των θεσμών καθίσταται ανεπανόρθωτο.
Οι πολίτες, οι οποίοι κλήθηκαν να υποστούν δυσβάσταχτες συνέπειες, βλέπουν πλέον τις επιστημονικές βεβαιότητες να καταρρέουν μία προς μία. Η απαίτηση για πλήρη διαφάνεια αποτελεί επιτακτική ανάγκη για το μέλλον. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική λογοδοσία για τις αυθαιρεσίες, τις παραλείψεις και τη συγκάλυψη που χαρακτήρισαν αυτή την περίοδο, η εμπιστοσύνη της κοινωνίας απέναντι στους υγειονομικούς και πολιτικούς μηχανισμούς δεν πρόκειται να αποκατασταθεί. Η Δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες (και όχι μόνο) οφείλει να προχωρήσει μέχρι τέλους, αποδεικνύοντας ότι κανένα αξίωμα δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.
Αρρωστημένη εμμονή με τη δημόσια εικόνα του!
Τα γραπτά του Αντονι Φάουτσι, που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, θυμίζουν περισσότερο ημερολόγιο έφηβης που μετράει followers παρά στοχασμούς και απομνημονεύματα ενός υπεύθυνου αξιωματούχου. Αντί για ψύχραιμη ανάλυση της κρίσης, οι σελίδες του ξεχειλίζουν από ένα απύθμενο ψώνιο και μια αρρωστημένη εμμονή με τη δημόσια εικόνα του.
Ενώ η ανθρωπότητα βίωνε τον εφιάλτη, ο Αμερικανός αξιωματούχος χρησιμοποιούσε θαυμαστικά ως εάν να ήταν 14χρονη στην πρώτη της σχέση: «Κατάρρευση χρηματιστηρίου!», «Φανταστική μέρα!», «ΤΙ ΝΥΧΤΑ ΚΙ ΑΥΤΗ!!!». Η προσοχή των μέσων ενημέρωσης είχε γίνει η απόλυτη εμμονή του. Στις σελίδες τους κατέγραφε με παιδική αφέλεια κάθε ανούσια λεπτομέρεια της αναγνωρισιμότητάς του: «Ζυθοποιία στην Τζόρτζια έδωσε το όνομά μου σε μπίρα», «Φιγούρες μου κατασκευάζονται σε τεράστιες ποσότητες στην Κίνα».
Το μέγεθος του εγωκεντρισμού αγγίζει τα όρια του γελοίου, όταν ο ίδιος σημειώνει γεμάτος αυτοϊκανοποίηση: «Συνεχίζεται η έντονη δημοσιότητα για μένα, με ιστορίες για γιαγιάδες που είναι ερωτευμένες μαζί μου. Συλλογή υπογραφών για να ψηφιστώ “Ο πιο σέξι άνδρας εν ζωή”». Την ώρα που η κοινωνία κατέρρεε, εκείνος μέτραγε τις κλήσεις διάσημων: «Η κατάσταση με την εθνική και διεθνή μου φήμη είναι εκρηκτική και πραγματικά αδιανόητη. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι είμαι το πιο διάσημο πρόσωπο στη χώρα».
Το πιο αποκρουστικό σημείο, όμως, είναι η ωμή αντίθεση: δίπλα στους αριθμούς των νεκρών («Παγκόσμια 230.000 νεκροί, ΗΠΑ 66.000»), ο Φάουτσι συμπλήρωνε χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης: «Η τρέλα με τον Φάουτσι συνεχίζεται, με προϊόντα και φαγητά που παίρνουν το όνομά μου». Ο υποτιθέμενος «σωτήρας» αποδείχθηκε ένα εγωπαθές ψώνιο, εγκλωβισμένο στην εικόνα του.

