Την Κυριακή, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ξύπνησα νωρίς, ετοιμάστηκα, φόρεσα τα καλά μου και πήγα στα μέρη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στη Νίκαια. Υστερα, θα πήγαινα στη Σαλαμίνα.
Πάρκαρα στην πλατειούλα με το περιβολάκι, στην αρχή της οδού Αμερικανίδων Κυριών, και περπάτησα για να φτάσω στον Αγιο Νικόλαο, στον καθεδρικό της πόλεως, εκεί που μέχρι προ ολίγων ετών χτυπούσε η καρδιά της προσφυγιάς και του πολιτισμού.
Ανέβηκα την οδό Γρεβενών Γερβασίου, διάβασα τις πινακίδες των δρόμων, που όλες φέρουν ονόματα από τις πατρίδες της Μικρασίας, θυμήθηκα τα παιδικά μας χρόνια κι είδα, σαν τώρα, τους φίλους μου.
Είδα τον Θανάση, τον Χαρίκο, τον Στέφανο, τον Γιώργο, τον Τασούλη, τον Αγγελο, τον Τάκη, τον Μιχάλη, τον Δημήτρη, τον Βαγγέλη. Αλλους τους βλέπω ακόμα, άλλοι χάθηκαν, αλλά οι μνήμες δεν πεθαίνουν, παρά μόνο μαζί μας…
Αλλαγμένη η πλατεία Αγίου Νικολάου, αλλά όχι όπως την περίμενα πως θα γίνει με τον σταθμό του μετρό. Για φαντάσου! Μετρό στην Κοκκινιά, εκεί που δεν είχαμε ούτε άσφαλτο και που οι νοικοκυρές κατάβρεχαν το απόγευμα τον χωματόδρομο για να μη σηκώνεται σκόνη, στην Κοκκινιά που σε κάθε νεροποντή πλημμύριζε το ρέμα της Σούδας κι εμείς, μόλις σταματούσε η βροχή, βγαίναμε, ξυπόλητοι, να μαζέψουμε βατράχια!
Θυμήθηκα, στην πλατεία το καφενείο του Κοψαχείλη, όπου πήγαινε κάποιες φορές ο πατέρας μας, για να παίξει τάβλι με τον Τσονταρίδη, τον Χρηματόπουλο, τον Οικονομίδη, τον Τουφεξιάν, τον Θεοφύλακτο, τον Αστρουλάκη, τον Αβραμίδη.
Επιστήμονες όλοι, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, καλλιτέχνες. Το καφενείο ήταν τόπος συγκεντρώσεως, όπως και ο «Φιλολογικός», ο ΟΦΟΝ, η «Ποντιακή Στέγη», η «Ενωσις Κρητών», η «Ενωσις Σμυρναίων».
Μια πόλη που έσφυζε από ζωή και πολιτισμό. Σε μόνο έναν δρόμο, στη Γ. Κονδύλη, είχαμε τους κινηματογράφους Αλφα, Εσπερος, Κεντρικόν, Ορφεύς, Αλκαζάρ, Παλλάς, Απόλλων, Ρέα. Σε μια απόσταση 500 μέτρων! Και τον Καραγκιόζη του Χαρίδημου στην οδό Σμύρνης, με παραστάσεις πατριωτικές. Ο Κατσαντώνης, ο καπετάν Απέθαντος…
Καθώς έφτανα πια στον ναό, ήρθαν στη σκέψη μου οι μορφές εκείνες των γιαγιάδων, που καθισμένες στα σκαλιά, στα προσφυγικά στις οδούς Βιθυνίας, Λαοδικείας, Κασταμονής, Θείρων, Καισαρείας, ξετύλιγαν τις αναμνήσεις τους πίνοντας ένα βαρύ τσιγάρο. Κι εμείς, τα παιδιά, καθισμένα κατάχαμα, ακούγαμε. Και μαθαίναμε. Και δεν ξεχάσαμε…
Μπήκα στην εκκλησιά, άναψα το κερί μου και στάθηκα πίσω πίσω. Είδα κάποιους ανθρώπους του μόχθου, που κρατούν ακόμη τις παραδόσεις στη Νίκαια, όσο κι αν χάνεται σιγά σιγά η ταυτότητά της…
Θυμιάτιζε ο ιερέας την εικόνα των Μαρτύρων της Μικρασίας. Ακούγονταν μόνο οι ήχοι του θυμιατού, πέρα δώθε. Σταυροκοπηθήκαμε όλοι: Δεν ξεχνάμε τη Μικρασία και το Μπλόκο. Αθάνατοι!
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»

