Συνταγματική έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας την κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα. Το δικαστήριο απέρριψε οριστικά τις αξιώσεις που είχε φέρει στο δικαστήριο δημόσιος υπάλληλος ζητώντας να του καταβληθούν αναδρομικά δύο επιπλέον μισθοί για κάθε χρόνο.
Η υπόθεση, που εκδικάστηκε υπό τον πρόεδρο Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, αφορούσε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ΑΔΕΔΥ να έχει παρέμβει υπέρ του. Ο ενάγων υποστήριζε ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να επαναφέρει τα επίμαχα επιδόματα για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, πλημμελή μεταφορά στο εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Το ΣτΕ απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι η επιλογή του νομοθέτη δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που σχετίζονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας. «Με την 1201/2026 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης μη επαναφέροντας τα επιδόματα εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012» αναφέρει στην απόφασή του το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.
Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεστεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ενωση», το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας. Πέρα απ’ αυτό, το ΣτΕ υποστηρίζει στην απόφασή του ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα δικαιολογείται και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας.
«Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επιπλέον επιβάρυνσης από τη χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως)» σημειώνεται στην απόφαση της Ολομέλειας.
Παράλληλα, έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη χορήγηση των επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων. Με βάση και την πάγια νομολογία του για τα περιθώρια εκτίμησης του νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το ΣτΕ κατέληξε ότι δεν υπήρξε αντισυνταγματική παράλειψη. Ακόμη, η Ολομέλεια απέρριψε το επιχείρημα περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.
