Ο Στάθης Παρχαρίδης ήταν ταυτισμένος με την ποντιακή μουσική. Τα τραγούδια του και ο παθιασμένος τρόπος που έπαιζε την ποντιακή λύρα τον έκαναν μοναδικό, αλλά ο ίδιος δεν κυνηγούσε τη δημοσιότητα.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Αυτή η λογική του «φαίνεσθαι», έλεγε, δεν ταιριάζει στη μουσική του Πόντου. Γιατί έχει μια «δωρικότητα» που δεν συμβαδίζει με τον εύκολο εντυπωσιασμό.
Η είδηση του θανάτου του προχθές, ξαφνικά κι απρόσμενα από ανακοπή μόλις στα 59 του χρόνια, πάγωσε όλη τη Μακεδονία, αποδεικνύοντας πόσο δημοφιλής ήταν στην πραγματικότητα, χωρίς ο ίδιος ποτέ να το επιζητήσει. Μύησε τον κόσμο στην ποντιακή μουσική σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά εκείνος είχε διαλέξει να ζει μόνιμα στον Τετράλοφο της Κοζάνης, ένα ήσυχο χωριό που η ποντιακή παράδοση παραμένει ζωντανή.
Καλλιτεχνικό «δημιούργημα» του ίδιου του του τόπου και μιας οικογένειας που ζει μέσα στην ποντιακή μουσική από γενιά σε γενιά, ο Στάθης Παρχαρίδης γεννήθηκε σε ένα σπίτι με βαθιές ποντιακές ρίζες με καταγωγή από το Καπίκιοϊ της Ματσούκας Τραπεζούντας. Πρωτογνώρισε την ποντιακή μουσική από τον παππού του, σαν ένα ολόκληρο σύμπαν όπου ήχοι, παράδοση, ιστορίες πλέκονταν σε μια μοναδική ταυτότητα.
Για τον Παρχαρίδη τα τραγούδια δεν μπορούσαν να είναι ξεκομμένα από τις περιπέτειες και τα βιώματα των Ποντίων. Μεγάλη επιρροή στάθηκε ο θείος του Χρήστος Παρχαρίδης, ένας από τους πιο αυθεντικούς εκφραστές της ποντιακής μουσικής. Ο θείος του άρχισε να μαθαίνει λύρα κρυφά, μόνος του. Του είχαν απαγορεύσει να τη χρησιμοποιεί λόγω του νεαρού της ηλικίας του.
Ετσι αυτοδίδακτος ξεκίνησε με τη λύρα και ο Στάθης Παρχαρίδης. Αλλά δεν είδε ποτέ το ταλέντο του απλώς ως επάγγελμα. Ελεγε πως το να παίζει κανείς λύρα και να τραγουδά ποντιακά στην οικογένειά τους ήταν «τρόπος να αναπνέουν». Εβλεπε τη λύρα ως προέκταση του εαυτού του. «Η λύρα δεν πρέπει απλώς να παίζει σωστά τις νότες, αλλά να μιλάει στην ψυχή του Πόντιου και να βγάζει τον καημό της προσφυγιάς και της χαμένης πατρίδας» έλεγε.
Με τη μοναδική του φωνή έδινε ζωή στις μνήμες και στην ψυχή του Πόντου, κι ενώ θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του, απέφευγε τις εντυπωσιακές εμφανίσεις. Εκανε συναυλίες σε όλη τη διασπορά, εμφανιζόταν στα μεγαλύτερα ποντιακά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά ποτέ δεν κυνήγησε να αυξήσει το κασέ του, ούτε να διαφημιστεί ως «ντίβα» της λαϊκής μουσικής.
«Δεν προσπάθησε να προσαρμόσει την παράδοση στις απαιτήσεις της εποχής και δεν έβαλε ποτέ το οικονομικό όφελος πάνω από την ουσία. Υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την παραδοσιακή ποντιακή μουσική, ακόμη και όταν αυτό απαιτούσε να βαδίζει κόντρα στο ρεύμα. Είχε τη δύναμη να λέει αυτό που πίστευε και την ακεραιότητα να παραμένει πιστός σε αυτό» έγραψε για εκείνον η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος στην ανακοίνωσή της για τον πρόωρο χαμό του.
Κάποια στιγμή μια σοβαρή ασθένεια τον χτύπησε στις φωνητικές χορδές στερώντας του ό,τι τον ικανοποιούσε περισσότερο απ’ όλα, να τραγουδάει. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα είχε απομακρυνθεί από τη μουσική. Ο Στάθης όχι μόνο δεν απομακρύνθηκε αλλά συνέχισε να τραγουδάει, κι ας μην ήταν πια η φωνή του όπως πριν. «Η σχέση του με την παράδοση ήταν βαθύτερη από την ίδια τη φωνή του» έγραψαν γι’ αυτόν.
Για τον Παρχαρίδη η ποντιακή μουσική ήταν ένας ολόκληρος κόσμος, μια παράδοση που ένιωθε το χρέος να τη μεταδώσει και να τη διδάξει με όποιον τρόπο μπορούσε. Ετσι έγινε παράλληλα χοροδιδάσκαλος και χοράρχης, προσφέροντας ανεκτίμητο έργο στον ποντιακό πολιτισμό, αφού δίδασκε τις καινούργιες γενιές σε πλήθος ποντιακών σωματείων. Την ίδια στιγμή δίδασκε ακούραστα την τέχνη της ποντιακής λύρας σε νέους καλλιτέχνες.
«Η παράδοση πεθαίνει αν δεν μεταλαμπαδευτεί» έλεγε, και γι’ αυτό δεν ασχολήθηκε μόνο με τη δισκογραφία. Η έννοια του ήταν να μεταδώσει τη μαγεία των ήχων του Πόντου και σε άλλους. Δίδασκε τον γιο του, δίδασκε οποιονδήποτε νέο καλλιτέχνη προσέγγιζε με σεβασμό την ποντιακή μουσική. Πρέπει η νέα γενιά να γνωρίζει από πού ξεκινά, πίστευε. Η χαρά του ήταν όταν έβλεπε μικρά παιδιά να πιάνουν τη λύρα στα χέρια τους. Ηταν «καθήκον», έλεγε, να κρατήσει η γενιά του ζωντανή τη «φλόγα» της Ματσούκας, του κομματιού του Πόντου απ’ όπου καταγόταν η οικογένειά του. Υπερασπιζόταν την παράδοση του Πόντου ως κάτι ζωντανό, που ταξιδεύει μέσα από τις γενιές κι όχι σαν μουσειακή ανάμνηση του παρελθόντος.
Κι ενώ πέθανε ξαφνικά και νέος, είχε ήδη μοιραστεί όσα πολύτιμα γνώριζε για τη μουσική του. Δίδαξε τα τραγούδια του και τις ιστορίες τους. Προτιμούσε να τραγουδάει στίχους που «ένιωθαν» οι Πόντιοι, βιώματα με αληθινό ιστορικό υπόβαθρο. Η προσφυγιά, η χαμένη πατρίδα… Ο κόσμος συνέρρεε σε κάθε κέντρο και κάθε εκδήλωση για να τον ακούσει.
Αλλά για τον Στάθη Παρχαρίδη το σημαντικό ήταν να υπηρετηθεί η αυθεντικότητα της ποντιακής παράδοσης κι αυτό το μοναδικό αυστηρό πάθος που βγάζει η λύρα της. Η δική του εμπορική επιτυχία σχεδόν δεν τον αφορούσε. Ηταν από τις σπάνιες περιπτώσεις που το ταλέντο συνδυάζεται με ένα ιδιαίτερο ήθος. Ηταν ένας «αληθινά καλός άνθρωπος» λένε όσοι τον γνώριζαν.
ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΡΧΑΡΙΔΗΣ
Τραγουδιστής και λυράρης
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε το 1967 στην Κοζάνη. Η καταγωγή της οικογένειάς του εντοπίζεται στο Καπίκιοϊ της Ματσούκας Τραπεζούντας. Η οικογένειά του είχε μακρά μουσική παράδοση. Ξεκινούσε από τον παππού του Ευστάθιο, γνωστό ως «Γραντζά», και συνεχίστηκε με τον πατέρα του Αναστάσιο, και τον θείο του Χρήστο, γνωστό ως «Τσαφέτα». Ασχολήθηκε αρχικά ως αυτοδίδακτος με την ποντιακή λύρα, προτού ακολουθήσει επαγγελματικά το τραγούδι. Εκανε τα πρώτα του βήματα στο πλευρό του αδελφού του, Αλέξη. Εμφανίστηκε στα γνωστότερα ποντιακά κέντρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ έκανε περιοδείες και μουσικές εκδηλώσεις για την ποντιακή ομογένεια σε Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Σουηδία, ΗΠΑ και Αυστραλία. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συνεργάστηκε με τη δισκογραφική εταιρία VASIPAP και κυκλοφόρησε δίσκους όπως «Το γεσιρόπον», «Μια βραδιά με τον Στάθη Παρχαρίδη» και «Το φεγγιτοβέρ’». Παράλληλα, συμμετείχε σε συλλογικές δισκογραφικές δουλειές. Προσέφερε πολύτιμο έργο στον ποντιακό πολιτισμό ως χοροδιδάσκαλος και δάσκαλος της λύρας σε νέες γενιές καλλιτεχνών.
