Δεν θα αναφέρω ονόματα. Παρέλκει πλέον. Αλλά στο σημερινό σημείωμα που γράφεται με αφορμή την αναζωπύρωση του εσωκομματικού διαλόγου που διεξάγεται στο ΠΑΣΟΚ για το θέμα των μετεκλογικών συνεργασιών (και δη με τη Ν.Δ.) θα διερευνήσω τις συνέπειες που έχει αυτή η κινητικότητα στη συνολική αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος. Δεν είναι «στατικό» παιχνίδι για έναν σκακιστή η πολιτική.
Αίφνης μία «στρατηγική» μπορεί να αποκτήσει δυναμική που μπορεί να φέρει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και τους υπολογισμούς που έχουν κάνει οι σχεδιαστές της. Καθώς τα κόμματα της Μεταπολίτευσης αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία.
Η δράση φέρνει αντίδραση. Το επίδικο που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας είναι η συγχώνευση των δύο μπλοκ των εκσυγχρονιστών που βρίσκονται μέσα στη Ν.Δ. και στο ΠΑΣΟΚ. Η περίπου συνένωση των δυνάμεων του «Ναι» στο δημοψήφισμα του 2015 που έφθασε τότε το 38%, αλλά είναι λίαν αμφίβολο αν μπορεί σήμερα να φθάσει το 35%. Δώρον άδωρον σε κάθε περίπτωση, διότι με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο απαιτείται άθροισμα 41% για συνεργασία δύο κομμάτων προκειμένου να συγκροτηθεί κυβέρνηση πλειοψηφίας 152-154 εδρών στο Κοινοβούλιο.
Είναι από τα παράδοξα του εκλογικού νόμου, καθώς για την αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος αρκεί, με βάση τον αριθμό των εκτός Βουλής κομμάτων, ακόμη και 37%, αλλά αυτή είναι η πραγματικότης.
Πού βρισκόμαστε σήμερα; Το σχέδιο που διέρρευσε στην «Καθημερινή» στις αρχές Αυγούστου, μετά τις αποκαλύψεις μας, προβλέπει ότι όσοι αμφισβητούν την αυτόνομη στρατηγική της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ «θα συγκρουστούν με το κόμμα τους» κατά δήλωσή τους μετά τις 15 Σεπτεμβρίου αν οι δημοσκοπήσεις δείξουν ή υποχρεωθούν να δείξουν ότι η βελόνα παραμένει κολλημένη αν δεν είναι καθοδική, μετά και τη ΔΕΘ.
Τότε θα ζητηθεί η σύγκληση εκτάκτου συνεδρίου με στόχο την αλλαγή της απόφασης του Συνεδρίου που προβλέπει «καμία συνεργασία με τη Ν.Δ.». Ποιο είναι το θέμα εν προκειμένω; Οτι τον διάλογο αυτόν που στοχεύει στην οριστική μετεκλογική συγχώνευση των δυνάμεων της εκσυγχρονιστικής σημιτικής Ν.Δ. και του εκσυγχρονιστικού σημιτικού ΠΑΣΟΚ δεν τον παρακολουθούν μόνον οι κεντρώοι.
Τον παρακολουθούν και οι νεοδημοκράτες δεξιοί, αλλά και οι πατριώτες πασόκοι και αριστεροί. Εάν πεισθούν ότι αυτή επίκειται, δύνανται υπό προϋποθέσεις να συμβούν δύο τινά: Τεράστιος αριθμός μεσαίων και ανώτερων στελεχών της Ν.Δ. που δεν αντέχει την περαιτέρω πασοκοποίηση της παράταξης και μετά βίας συγκρατείται σήμερα μπορεί να επιλέξει την ομαδική έξοδο για το κόμμα Σαμαρά. Κάτι που σιγά σιγά συνειδητοποιεί ο πρωθυπουργός και προσπαθεί να κόψει τη δημόσια συζήτηση γι’ αυτές τις παρασκηνιακές διεργασίες. Με τη διαφορά ότι οι μελλοντικοί του εταίροι είναι ασυγκράτητοι.
Το κόμμα Σαμαρά
Πέραν αυτού, κοιμώμενες τέως πασοκικές δυνάμεις από την επικράτεια, που χρόνια τώρα έχουν διαρρήξει τους δεσμούς τους με το Κίνημα, παρατηρώντας την προσέγγιση Ν.Δ. – σημιτικών του ΠΑΣΟΚ, κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προς το κόμμα Σαμαρά, επίσης, η υποστήριξη του οποίου σταδιακά καθίσταται «μονόδρομος». Ακόμη και από προσωπικότητες που στο παρελθόν στέκονταν κριτικά απέναντί του.
Πού καταλήγουμε; Υπάρχουν πιθανότητες ώστε η τυχόν αποχώρηση και η διάσπαση του ΠΑΣΟΚ από τους εκσυγχρονιστές που θέλουν να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη φιλελεύθερη παράταξη να προκαλέσει και τη διάσπαση της Ν.Δ. στη βάση των στελεχών της. Από μία άποψη, υγιές: Οι εκσυγχρονιστές με τους εκσυγχρονιστές και οι πατριώτες με τους πατριώτες. Θα έχει κόστος για όλους όμως η νέα διαίρεση. Η τελική διαίρεση.


