Για δεκαετίες η Δυτική Μακεδονία υπήρξε η ενεργειακή καρδιά της χώρας. Η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα, η Φλώρινα και ολόκληρο το λεκανοπέδιο πλήρωσαν βαρύ τίμημα για να ηλεκτροδοτείται η Ελλάδα. Ορυχεία, απαλλοτριώσεις, ρύπανση, χωριά που μετακινήθηκαν, μια κοινωνία που έμαθε να ζει με τις καμινάδες της ΔΕΗ και μια τοπική οικονομία που χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από τον λιγνίτη.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Χιλιάδες οικογένειες ζούσαν άμεσα ή έμμεσα από αυτή τη δραστηριότητα. Εργαζόμενοι της ΔΕΗ, εργολάβοι, τεχνίτες, οδηγοί, μηχανικοί, μικρές επιχειρήσεις, εστίαση, καταστήματα, ενοικιαζόμενα σπίτια, προμηθευτές.
Ο λιγνίτης δεν ήταν απλώς ένα καύσιμο. Ηταν ολόκληρη η οικονομική γεωγραφία της περιοχής.
Και τότε ήρθε η απολιγνιτοποίηση. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ανακοίνωσε το 2019 μια εξαιρετικά γρήγορη έξοδο από τον λιγνίτη, παρουσιάζοντάς την ως ιστορική τομή και ως είσοδο της χώρας σε μια νέα, πράσινη εποχή.
Μαζί με την απόφαση ήρθε και η μεγάλη υπόσχεση: «Η μετάβαση θα είναι δίκαιη. Κανείς δεν θα εγκαταλειφθεί. Οι θέσεις εργασίας θα αντικατασταθούν. Η τοπική οικονομία θα μετασχηματιστεί. Η Δυτική Μακεδονία θα γίνει πρότυπο ανάπτυξης. Οι κάτοικοι δεν θα χάσουν εισόδημα. Οι νέοι θα έχουν λόγο να μείνουν».

Επτά χρόνια μετά, η πραγματικότητα απέχει επικίνδυνα από εκείνο το αφήγημα. Η περιοχή που θα γινόταν «πρότυπο» εξακολουθεί να δίνει μάχη με την ανεργία, που θα κρατούσε τους νέους της βλέπει τον πληθυσμό της να συρρικνώνεται, που θα περνούσε σε μια νέα εποχή με ασφάλεια κατεβαίνει ξανά στους δρόμους. Και οι φορείς της δεν ζητούν πια μεγαλόπνοες υποσχέσεις. Ζητούν χρόνο, δουλειές, προστασία. Ζητούν, στην ουσία, να μην πληρώσουν μόνοι τους το κόστος μιας εθνικής ενεργειακής επιλογής.
Οι μεγάλες υποσχέσεις: Η κυβέρνηση είχε φροντίσει από την αρχή να ντύσει την απολιγνιτοποίηση με μια εξαιρετικά αισιόδοξη ρητορική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλούσε για μετάβαση χωρίς απώλεια πλούτου και θέσεων εργασίας. Για νέα επενδυτικά σχέδια. Για καθαρές μορφές ενέργειας. Για νέα παραγωγικά μοντέλα. Για καλύτερες και περισσότερες δουλειές. Για μια Δυτική Μακεδονία που θα έβγαινε τελικά κερδισμένη από την ιστορική αλλαγή.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση μίλησε για ένα νέο μοντέλο. Το πρόβλημα είναι ότι το παλιό άρχισε να ξηλώνεται πριν το καινούργιο προλάβει να στηθεί. Κι αυτή η χρονική ασυμμετρία είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό και κοινωνικό βάρος που κουβαλά σήμερα η απολιγνιτοποίηση. Διότι η μετάβαση δεν είναι μια έννοια σε ένα κυβερνητικό σχέδιο. Είναι η ζωή του ανθρώπου που έχασε το μεροκάματό του, η μικρή επιχείρηση που είδε την πελατεία της να εξαφανίζεται, ο νέος που έφυγε για Θεσσαλονίκη επειδή δεν έβρισκε δουλειά, η οικογένεια που δεν γνωρίζει αν τα παιδιά της θα μπορέσουν να μείνουν στον τόπο όπου γεννήθηκαν.
Ο πληθυσμός φεύγει: Τα στοιχεία είναι σκληρά. Η Δυτική Μακεδονία είχε, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, περίπου 283.700 μόνιμους κατοίκους. Το 2021 είχαν απομείνει περίπου 254.600. Δηλαδή μέσα σε μία δεκαετία χάθηκαν περίπου 29.000 άνθρωποι. Πτώση άνω του 10%. Και το πλέον ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι ο πληθυσμός μειώνεται. Είναι ποιοι φεύγουν. Οι νεότερες ηλικίες. Οι άνθρωποι παραγωγικής ηλικίας. Οι νέοι επιστήμονες. Οι τεχνικοί. Οι οικογένειες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το μέλλον της περιοχής. Στις ηλικίες 20 έως 29 ετών η πτώση ήταν περίπου 25%. Στις ηλικίες 30 έως 39 ετών, ακόμη μεγαλύτερη. Μια περιοχή που χάνει τόσο γρήγορα τους νέους ανθρώπους της δεν αντιμετωπίζει απλώς οικονομικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης.
Η κυβέρνηση γνώριζε ότι είχε απέναντί της μια κοινωνία ήδη εξασθενημένη. Κι όμως επέλεξε μια μετάβαση εξαιρετικά γρήγορη. Το αποτέλεσμα ήταν μια εύθραυστη οικονομία να δεχθεί ακόμη ένα ισχυρό σοκ. Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στην αγορά εργασίας. Η Δυτική Μακεδονία εξακολουθεί να εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να καλυφθεί πίσω από τις εξαγγελίες περί επενδύσεων. Διότι η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας που σχεδιάζονται. Ο κάτοικος όμως ενδιαφέρεται για κάτι πολύ πιο απλό: Υπάρχει δουλειά σήμερα;
Δεν χάθηκε μόνο η ΔΕΗ! Ενα από τα μεγαλύτερα λάθη στη δημόσια συζήτηση είναι ότι παρουσιάζεται πολλές φορές η απολιγνιτοποίηση σαν να αφορά μόνο τους εργαζομένους της ΔΕΗ. Δεν αφορά μόνο αυτούς. Γύρω από τον λιγνίτη υπήρχε ένα ολόκληρο οικοσύστημα. Εργολάβοι. Μεταφορικές εταιρίες. Συνεργεία. Μηχανουργεία. Καταστήματα. Εστιατόρια. Μικρά ξενοδοχεία. Ενοικιαζόμενα ακίνητα. Προμηθευτές. Ελεύθεροι επαγγελματίες. Αυτή είναι η πραγματική διάσταση της απολιγνιτοποίησης. Δεν είναι απλώς ενεργειακή πολιτική. Είναι κοινωνική αναδιάρθρωση. Κι όμως, επτά χρόνια μετά, οι φορείς ξαναβγαίνουν στον δρόμο. Αν η μετάβαση είχε λειτουργήσει όπως παρουσιάστηκε, θα περίμενε κανείς σήμερα η Δυτική Μακεδονία να βρίσκεται σε φάση σταθεροποίησης και αισιοδοξίας. Αντί γι’ αυτό, φορείς της περιοχής εξακολουθούν να κινητοποιούνται.
Το 2026 πραγματοποιήθηκαν νέες κινητοποιήσεις και πανδυτικομακεδονικά συλλαλητήρια με βασικό αίτημα να μην ολοκληρωθεί η απολιγνιτοποίηση χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί πραγματική οικονομική αντικατάσταση της λιγνιτικής δραστηριότητας.
Και εδώ προκύπτει ένα απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: Εάν όλα εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο, γιατί διαμαρτύρονται ακόμη και οι θεσμικοί εκπρόσωποι της περιοχής;
Γιατί ζητούν ειδικά μέτρα, επιβράδυνση, παρατάσεις, ρήτρες προστασίας, επιπλέον θέσεις εργασίας; Γιατί μια περιοχή που υποτίθεται ότι βρίσκεται στο επίκεντρο ενός τεράστιου επενδυτικού προγράμματος εξακολουθεί να φοβάται το αύριο;
Τα δισεκατομμύρια της «Δίκαιης Μετάβασης». Η κυβέρνηση έχει βέβαια τη δική της απάντηση. Υποστηρίζει ότι έχουν κινητοποιηθεί δισεκατομμύρια ευρώ. Οτι προχωρούν νέες επενδύσεις.
Οτι υπάρχουν σχέδια για ενεργειακά έργα, βιομηχανικές δραστηριότητες, αγροδιατροφικές επενδύσεις, data centers, νέες τεχνολογίες και μεγάλα φωτοβολταϊκά. Ότι θα δημιουργηθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Οτι η περιοχή θα αποκτήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Οτι σε βάθος χρόνου θα βγει κερδισμένη. Το πρόβλημα είναι ότι μια κοινωνία δεν ζει «σε βάθος χρόνου». Ζει σήμερα. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αποτυχία.
Εδώ βρίσκεται ίσως η καρδιά της υπόθεσης. Η κυβέρνηση έπρεπε να είχε εξασφαλίσει ότι το νέο παραγωγικό μοντέλο θα ήταν έτοιμο πριν αρχίσει η ταχεία αποδόμηση του παλιού.
Επρεπε πρώτα να έχει δημιουργήσει δουλειές. Πρώτα να έχει φέρει επενδύσεις.
Πρώτα να έχει εξασφαλίσει εισόδημα. Πρώτα να έχει χτίσει υποδομές. Και μετά να κλείσει τον λιγνίτη.
Αντί γι’ αυτό συνέβη σε μεγάλο βαθμό το αντίθετο. Πρώτα ήρθε το κλείσιμο.
Μετά άρχισε ο αγώνας δρόμου για να δημιουργηθεί το υποκατάστατο. Και αυτή η διαφορά μερικών ετών δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο άνθρωποι έχασαν δουλειές. Επιχειρήσεις έκλεισαν. Οικογένειες έφυγαν.
Νέοι εγκατέλειψαν την περιοχή. Και όταν ένας νέος εγκατασταθεί στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, όταν βρει δουλειά, κάνει οικογένεια και αγοράσει σπίτι, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επιστρέψει επειδή πέντε χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε μια νέα επένδυση στην Κοζάνη. Γι’ αυτό η καθυστέρηση έχει συνέπειες που δεν αναστρέφονται εύκολα.
Κάποτε ήταν «στρατηγική της χώρας», τώρα… «δεν είναι ανταγωνιστικός»
Υπάρχει και μια πολιτική αντίφαση την οποία η κυβέρνηση δύσκολα μπορεί να προσπεράσει.
Πριν γίνει πρόεδρος της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επισκεφθεί τη Δυτική Μακεδονία στο πλαίσιο της εσωκομματικής του εκστρατείας. Δημοσίευμα του «Πρωινού Λόγου» είχε τίτλο:
«Η παραγωγή λιγνίτη πρέπει να είναι ενεργειακή στρατηγική της χώρας». Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ήταν εκείνος που ανακοίνωσε την επιτάχυνση της απολιγνιτοποίησης. Και σήμερα δηλώνει ότι ο λιγνίτης δεν είναι πλέον ανταγωνιστικός και ότι η επιστροφή σε αυτόν δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση. Οι πολιτικές θέσεις μπορούν να αλλάζουν. Οι οικονομικές συνθήκες αλλάζουν.
Η ευρωπαϊκή πολιτική για τους ρύπους άλλαξε. Το κόστος των δικαιωμάτων CO2 αυξήθηκε.
Η τεχνολογία προχώρησε. Ολα αυτά είναι πραγματικά. Δεν καταργούν όμως την πολιτική ευθύνη απέναντι σε μια περιοχή στην οποία κάποτε υποσχέθηκαν διαφορετικό μέλλον. Και κυρίως δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: Γιατί η κυβέρνηση επέλεξε τόσο γρήγορο κλείσιμο χωρίς να έχει ήδη δημιουργήσει την οικονομία που θα το αντικαθιστούσε;
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο αντιφατική αν θυμηθεί κανείς τι συνέβη το 2022. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ξαναστραφεί προσωρινά στον λιγνίτη. Ανακοίνωσε αύξηση της εξόρυξης. Παράταση της λιγνιτικής λειτουργίας μονάδων. Χρήση του εγχώριου καυσίμου για λόγους ενεργειακής ασφάλειας.
Ξαφνικά ο λιγνίτης, που παρουσιαζόταν ως τελειωμένος, ξαναέγινε χρήσιμος. Η κυβέρνηση δικαιολόγησε την κίνηση ως έκτακτη και προσωρινή. Και ασφαλώς η ενεργειακή κρίση του 2022 ήταν έκτακτη. Αλλά για τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας δημιουργήθηκε ένα εύλογο ερώτημα: Εάν ο λιγνίτης ήταν τόσο άχρηστος και οικονομικά αδιέξοδος, γιατί χρειάστηκε ξανά μόλις η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ενεργειακή ανασφάλεια; Το ερώτημα δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έπρεπε να μείνει για πάντα στον λιγνίτη.
Σημαίνει όμως ότι η απόλυτη ρητορική περί «δρόμου χωρίς επιστροφή» αποδείχτηκε πολύ πιο σύνθετη από όσο παρουσιαζόταν. Οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί σε ένα πρόγραμμα.
Η κυβέρνηση συχνά απαντά στους επικριτές της με αριθμούς. Τόσα δισεκατομμύρια επενδύσεις.
Τόσα έργα. Τόσες νέες θέσεις. Τόσα προγράμματα. Τόσες επιχειρήσεις. Αλλά μια κοινωνική μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από τους αριθμούς ενός προϋπολογισμού.
Κρίνεται από το αν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μπορούν να μείνουν, να δημιουργήσουν οικογένεια, αν βρίσκουν εργασία, αν βλέπουν μέλλον. Και η εικόνα της Δυτικής Μακεδονίας εξακολουθεί να είναι εικόνα ανασφάλειας. Οργής. Απογοήτευσης. Αναμονής. Και πολλές φορές εγκατάλειψης.
Ποιος πληρώνει λοιπόν το κόστος της μετάβασης; Μέχρι σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του κόστους το πλήρωσε η Δυτική Μακεδονία. Το πλήρωσαν οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες, οι μικρές επιχειρήσεις, οι οικογένειες, οι νέοι που έφυγαν, οι τοπικές κοινωνίες που είδαν την οικονομική δραστηριότητα να συρρικνώνεται πριν εμφανιστεί ισχυρό υποκατάστατο. Κι εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία. Μια πολιτική που ονομάστηκε «Δίκαιη Μετάβαση» εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από πολλούς κατοίκους σαν μια διαδικασία στην οποία η δικαιοσύνη ήρθε τελευταία.
Από «περιφέρεια-πρότυπο», σοκ και κατάρρευση
Το 2019 η Δυτική Μακεδονία παρουσιαζόταν ως η περιοχή που θα γινόταν ευρωπαϊκό πρότυπο μετάβασης. Από «περιφέρεια-πρότυπο» μετατράπηκε όμως σε περιφέρεια που ζητά βοήθεια. Σήμερα οι θεσμικοί φορείς ζητούν ειδική προστασία. Η κυβέρνηση λέει «έρχονται επενδύσεις». Η κοινωνία λέει «αργήσατε». Αυτό είναι σήμερα το χάσμα. Η κυβέρνηση λέει ότι τα έργα προχωρούν.
Η κοινωνία απαντά ότι έπρεπε να είχαν προχωρήσει νωρίτερα. Η κυβέρνηση λέει ότι θα δημιουργηθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Οι κάτοικοι ρωτούν πότε. Η κυβέρνηση λέει ότι η απολιγνιτοποίηση είναι αναπόφευκτη. Οι φορείς ρωτούν γιατί η περιοχή έπρεπε να περάσει πρώτη και ταχύτερα από όλους μέσα από το σοκ. Η κυβέρνηση μιλά για το αύριο. Οι κάτοικοι μιλούν για όσα χάθηκαν στο μεταξύ. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη απάντηση για το Μέγαρο Μαξίμου: η οικονομία που χάθηκε ήταν πραγματική.
Η οικονομία που υπόσχεται ότι έρχεται για πολλούς ανθρώπους παραμένει ακόμη υπόσχεση. Στο ερώτημα εάν ήταν πράγματι «δίκαιη» η μετάβαση ή απλώς ήταν γρήγορη, για μια περιοχή που ηλεκτροδότησε την Ελλάδα επί δεκαετίες, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία κυβερνητική εξαγγελία. Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά πια λόγια. Ζητά να δει στην πράξη ότι η χώρα που επί δεκαετίες στηρίχτηκε πάνω της δεν θα την αφήσει τώρα να ερημώσει. Γιατί οι καμινάδες μπορεί να έσβησαν. Αλλά μαζί τους δεν επιτρέπεται να σβήσει και μια ολόκληρη περιοχή.
