Η τουρκική προκλητικότητα έχει επιστρέψει στο Αιγαίο και η πολιτική των «ήρεμων νερών», που εγκαινιάστηκε με τη Διακήρυξη των Αθηνών, φαίνεται πως έχει φτάσει στα όριά της. Ταυτόχρονα, η Τουρκία επιστρέφει από ισχυρότερη θέση.
- Του Εμμανουήλ Μπέζα*
Εχοντας σε μεγάλο βαθμό κλείσει προς όφελός της το μέτωπο της Συρίας και περιορίσει την κουρδική απειλή -ίσως το σημαντικότερο ζήτημα εθνικής ασφάλειας για την Αγκυρα-, κατάφερε παράλληλα να ισορροπήσει επιτυχώς στον πόλεμο της Ουκρανίας, να ανανεώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη Μέση Ανατολή.
Η συμμετοχή της στη Συμφωνία της Μέκκας, ο ρόλος της στις νέες περιφερειακές ισορροπίες που δημιούργησε ο πόλεμος στο Ιράν και η αυξανόμενη σημασία της για την ευρωπαϊκή άμυνα ενισχύουν ακόμα περισσότερο το γεωπολιτικό της βάρος.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει δημιουργηθεί μια διαφορά σχετικής ισχύος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, την οποία η Αγκυρα επιχειρεί πλέον να μεταφέρει και στο Αιγαίο. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία από προηγούμενες περιόδους ελληνοτουρκικής έντασης.
Για την Αθήνα, επομένως, η συζήτηση μεταφέρεται στη σκληρή ισχύ (hard power) και στην αναζήτηση εξωτερικών στηριγμάτων για την εξισορρόπηση της διαφοράς σχετικής ισχύος. Εδώ ακριβώς μπαίνει στην εξίσωση το Ισραήλ. Ελλάδα και Ισραήλ, μαζί με την Κύπρο, έχουν τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερα στενή αμυντική σχέση.
Οι κοινές αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις, το Διεθνές Κέντρο Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα, η προμήθεια ισραηλινών οπλικών συστημάτων και, πλέον, η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», συνιστούν σαφή στρατηγική σύμπραξη στην ανατολική Μεσόγειο. Η συγκεκριμένη σύμπραξη, όμως, πρέπει να αξιολογηθεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα, το στρατηγικό και το τακτικό, αλλά και ως προς την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Η στενή σύμπλευση της Ελλάδας με το Ισραήλ σπρώχνει την Αίγυπτο πιο κοντά στην Τουρκία. Για το Κάιρο, η Γάζα και το Σινά αποτελούν κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ενώ το στρατηγικό βάθος που προσφέρει η Ελλάδα στο Ισραήλ εντός της ανατολικής Μεσογείου εντείνει τους αιγυπτιακούς προβληματισμούς. Μια περαιτέρω σύγκλιση Ελλάδας – Ισραήλ θα μπορούσε να επιταχύνει τη συμμετοχή της Αιγύπτου στη Συμφωνία της Μέκκας, ενισχύοντας την ευρύτερη περιφερειακή αναδιάταξη.
Παράλληλα, οι περισσότερες δυνάμεις της δυτικής Ασίας αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους γύρω από τέσσερις βασικές επιδιώξεις: την ενίσχυση της δικής τους ασφάλειας, την αποτροπή του Ισραήλ, την εξισορρόπηση του Ιράν και τη διαμόρφωση μιας περιφερειακής τάξης με μικρότερη αμερικανική παρουσία.
Το στρατηγικό παράδοξο είναι επομένως σαφές: η Ελλάδα επιχειρεί να εξισορροπήσει την Τουρκία μέσω του Ισραήλ, αλλά η μονοδιάστατη πρόσδεσή της σε αυτό σπρώχνει την Αίγυπτο -τη μεγαλύτερη αραβική δύναμη και έναν από τους βασικότερους παράγοντες ανάσχεσης της Αγκυρας στην ανατολική Μεσόγειο- προς την Τουρκία, ενώ παράλληλα κρατά την Ελλάδα έξω από τις ευρύτερες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και περιορίζει τη δυνατότητά της να προσαρμοστεί στη νέα περιφερειακή ισορροπία.
Τακτική και στρατηγική
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι τα οφέλη της ελληνο-ισραηλινής συμμαχίας σε τακτικό επίπεδο αντισταθμίζουν το δυσμενέστερο στρατηγικό ισοζύγιο. Το βασικό τους επιχείρημα είναι απλό: σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία, το Ισραήλ είναι η μόνη περιφερειακή δύναμη που διαθέτει την ικανότητα να προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική στήριξη στην Ελλάδα. Ανεξάρτητα, όμως, από τις πραγματικές προθέσεις μιας χώρας -οι οποίες είναι δύσκολο να προεξοφληθούν-, οι δυνατότητες του Ισραήλ σε ένα τέτοιο σενάριο είναι περιορισμένες.
Οι IDF επιχειρούν ήδη σε πέντε διαφορετικά μέτωπα: Γάζα, Λίβανος, Δυτική Οχθη, Συρία και Ιράν. Η ίδια η ισραηλινή στρατιωτική ηγεσία έχει προειδοποιήσει, μέσω δέκα «κόκκινων γραμμών», για τους περιορισμούς που δημιουργεί η ταυτόχρονη κλιμάκωση πολλαπλών μετώπων. Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η Αγκυρα σε περίπτωση ισραηλινής εμπλοκής υπέρ της Ελλάδας. Η Τουρκία δεν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει το Ισραήλ άμεσα. Θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος της εμπλοκής του ανοίγοντας ή ενισχύοντας άλλα μέτωπα. Η Συρία αποτελεί τον προφανέστερο μοχλό: η Αγκυρα θα μπορούσε να διευκολύνει μεγαλύτερες ροές ιρανικού οπλισμού προς τη Χεζμπολάχ, υποχρεώνοντας το Ισραήλ να κατανείμει ακόμα περισσότερους στρατιωτικούς πόρους εκεί.
Η ενίσχυση της Χεζμπολάχ θα αύξανε την πίεση στο Ισραήλ από τον Λίβανο και θα περιόριζε ταυτόχρονα τη δυνατότητά του να συγκεντρώσει διαθέσιμο στρατιωτικό δυναμικό σε επιχειρήσεις εναντίον της Τεχεράνης. Οπως κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν προέκυψε στο Κουρδικό μια άτυπη σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Τουρκίας και Ιράν, μια αντίστοιχη συνεννόηση θα μπορούσε να προκύψει με στόχο τον περιορισμό του Ισραήλ σε περίπτωση τουρκο-ισραηλινής κρίσης. Αγκυρα και Τεχεράνη δεν χρειάζεται να γίνουν σύμμαχοι, αρκεί σε μια συγκεκριμένη συγκυρία τα συμφέροντά τους να συμπέσουν.
Με άλλα λόγια, η γεωγραφική επέκταση των ισραηλινών υποχρεώσεων αποτελεί ταυτόχρονα και το βασικό όριο της δυνατότητας του Ισραήλ να λειτουργήσει ως εξωτερικός εξισορροπητής της Τουρκίας για λογαριασμό της Ελλάδας.
Αυτονομία αποτροπής
Το επόμενο αντεπιχείρημα είναι εύλογο: τι άλλη επιλογή έχει η Ελλάδα; Δεν είναι προτιμότερο να διατηρεί την πιθανότητα ισραηλινής συνδρομής από το να βρεθεί μόνη απέναντι σε μια ισχυρότερη Τουρκία;
Η απάντηση βρίσκεται στα συμπεράσματα των δύο πολέμων στην Ουκρανία και στο Ιράν. Η αποτελεσματικότερη και πιο αξιόπιστη αποτροπή είναι αυτή που στηρίζεται πρωτίστως στις ίδιες τις δυνατότητες ενός κράτους. Και αυτό προϋποθέτει ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ικανή να εξασφαλίζει κρίσιμα οπλικά συστήματα, πυρομαχικά, drones και τεχνολογίες χωρίς καθοριστική εξάρτηση από τρίτους.
Και εδώ συναντώνται τελικά το τακτικό με το στρατηγικό επίπεδο. Η επιτάχυνση της συμμαχίας με το Ισραήλ ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμώσει τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην περιοχή, ενώ ακόμα και το τακτικό πλεονέκτημα που υποτίθεται ότι προσφέρει δεν είναι δεδομένο. Η Τουρκία διαθέτει μοχλούς πίεσης σε άλλα μέτωπα του Ισραήλ και μπορεί να αυξήσει σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε ισραηλινής εμπλοκής σε μια ελληνοτουρκική κρίση.
Επομένως, εάν υπάρχει κάτι στο οποίο η Ελλάδα πρέπει σήμερα να επιταχύνει, δεν είναι η εξάρτησή της από μια συμμαχία που φαίνεται να έχει συνολικά αρνητικό ισοζύγιο. Είναι η ανάπτυξη μιας ισχυρής και όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομης ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Γιατί, τελικά, στην αποτροπή καμία συμμαχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ικανότητα μιας χώρας να υπερασπιστεί τον εαυτό της με δικά της ανεξάρτητα μέσα.
* Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής

